Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Γελωτοποιοί: Η Νέα Άρχουσα Τάξη

Στη χώρα μας, τα τελευταία…τρεις χιλιάδες χρόνια, έχουν υπάρξει πολλές εναλλαγές όσον αφορά στο ποια είναι σε κάθε περίοδο η άρχουσα τάξη. Πολλές από αυτές σίγουρα τις αγνοούμε, τις σημαντικότερες όμως πιστεύω τις γνωρίζουμε, ακόμα και αν έχουμε επιλέξει να παρασυρθούμε από την νεοελληνική και νεοφιλελεύθερη τάση του να είμαστε ανιστόρητοι.

Με τον όρο «άρχουσα τάξη», δεν αναφέρομαι απαραίτητα σε θέματα καταγωγής, οικονομικής δύναμης ή πολιτικής θέσης. Για εμένα άρχουσα τάξη, είναι αυτή η οποία καθορίζει κάθε φορά την ταυτότητά μας, είναι η ομάδα ανθρώπων στη οποία στρεφόμαστε κάθε φορά για να μας πει ποιοι είμαστε, -ή ποιοι δεν είμαστε-, η ομάδα που η συνείδησή μας, συλλογικά και ατομικά, εμπιστεύεται για να μάθει την αλήθεια• και βάσει αυτής να τοποθετηθεί και ως εκ τούτου να δράσει. Ίσως παραθέτοντας μερικά παραδείγματα, να ταυτοποιήσω αυτές τις ομάδες ιστορικά, στο πλαίσιο που οι γνώσεις μου –και η άποψή μου φυσικά- μου επιτρέπουν.

Ο αρχαιότερος Έλληνας, για τον οποίο έχουμε επαρκή στοιχεία όσον αφορά στη ζωή και στη δραστηριότητά του, είναι ο Όμηρος, ο οποίος έζησε μεταξύ 800 και 700 π.Χ. και ο οποίος έγραψε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, δύο έργα τα οποία μέχρι σήμερα αποτελούν ορόσημο πολιτισμού, λογοτεχνίας, σοφίας αλλά και επιδεικνύουν την ανδρεία, την επιμονή και τη δημιουργικότητα των Ελλήνων.

Ο επόμενος Έλληνας, ο οποίος πιστεύω πως διαμόρφωσε μία εποχή, ήταν ο Περικλής, μέσα από την ηγεσία του οποίου αναπτύχθηκαν πολιτικά συστήματα, κουλτούρα, εμπόριο, αρχιτεκτονική και άλλα. Ο Περικλής έζησε περίπου το 450 π.Χ.

Έχουμε λοιπόν μέχρι τώρα, στον πρώτο μισό αιώνα της ιστορικής μας αναδρομής, έναν ιστορικό-συγγραφέα και έναν πολιτικό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μεσουράνησαν και τρεις ακόμα ομάδες ανθρώπων: Οι στρατιωτικοί και αναφέρω ενδεικτικά τους Θεμιστοκλή, Ξενοφώντα και Αλκιβιάδη. Οι ρήτορες, και αναφέρω ενδεικτικά τους Σόλωνα, Δημοσθένη και Λυσία. Οι φιλόσοφοι, και αναφέρω ενδεικτικά τους Πλάτωνα, Σωκράτη και Αριστοτέλη. Αξίζει να σημειωθεί πως πολλοί από τους προαναφερόμενους, συνδύαζαν δύο, τρεις ή και περισσότερες ιδιότητες. Έτσι πολλοί πρόγονοί μας υπήρξαν πολιτικοί, στρατιωτικοί και ρήτορες ταυτόχρονα.

Κάνοντας ένα τεράστιο άλμα στο χρόνο, και προσπερνώντας τον Μέγα Αλέξανδρο και τα χρόνια όπου μεσουρανούσε η Ρώμη (εμπνευσμένη πάντα από την αρχαία Ελλάδα), φτάνουμε στον Μέγα Κωνσταντίνο, (274 μ.Χ) ο οποίος προώθησε την ανεξιθρησκεία αλλά και εκκίνησε την ιστορία του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, στη σύνοδο της Νίκαιας. Συνεχίζοντας, μπορούμε να αναφερθούμε εκτενώς στα χρόνια του Βυζάντιου και να μιλήσουμε για γενναίους στρατηλάτες όπως ο Ρωμανός Διογένης, καλλιτέχνες, έμπορους, κληρικούς και πολλούς άλλους, οι όποιοι κατάφεραν να διατηρήσουν μία αυτοκρατορία για πάνω από χίλια χρόνια (306-1453). Όποια αντίρρηση και να έχει οποιοσδήποτε και όσο αμφιλεγόμενη και αν είναι αυτή η περίοδος, η οποία κλείνει με το γενναίο θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τα νούμερα μιλούν από μόνα τους.

Κάνουμε άλλο ένα βήμα στο χρόνο, λόγω τουρκοκρατίας και φτάνουμε στο 1821, την εποχή της λεβεντιάς, του Κολοκοτρώνη, του Κανάρη, του Καραϊσκάκη, της Μπουμπουλίνας, του Διάκου, του Παπαφλέσσα και άλλων. Οι οπλαρχηγοί επαναστάτες είναι πέραν κάθε αμφιβολίας, δικαίως, η άρχουσα τάξη της περιόδου.

Ακολουθούν εκατό χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων το Ελληνικό έθνος υπερδιπλασιάζεται σε μέγεθος και επιρροή, και κύριος υπαίτιος για αυτό είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1863-1936), πολιτικός με δυναμική, φιλοδοξία και βλέψεις. Η καταστροφή της Σμύρνης φέρνει ένα κύμα από αξιόλογους ανθρώπους στην Ελλάδα. Μερικά χρόνια μετά, ακόμα και ο δικτάτορας Μεταξάς, συμβάλλει στην αξιοπρέπεια της χώρας μας με το γνωστό σε όλους «όχι». Ζέρβας και Βελουχιώτης, πολεμούν ο ένας τον άλλον ανδρεία στον εμφύλιο που φύτεψαν οι σύμμαχοι στη χώρα μας, και ασχέτως του ποιόν υποστηρίζει ο καθένας πολιτικά και ιστορικά, λίγοι αμφισβητούν πως οι δύο αυτοί οπλαρχηγοί πολέμησαν για ιδανικά στα οποία πίστεψαν και όχι για προσωπικό κέρδος.

Από τη λήξη του εμφυλίου και μετά, ακολούθησαν μεγάλες και τρανές μορφές σε πολλά επίπεδα, οι οποίες διαμόρφωσαν την εθνική μας ταυτότητα και την κοινή γνώμη. Μουσικοί και συνθέτες όπως οι Τσιτσάνης, Λοΐζος, Χατζηδάκης, Ξαρχάκος και άλλοι. Ποιητές όπως οι Καββαδίας και Λευτέρης Παπαδόπουλος. Γίγαντες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης. Πολιτικές μορφές όπως οι Λαμπράκης, Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Η παραπάνω ελλιπής, αυθόρμητη και παντελώς άναρχη ιστορική αναδρομή, δεν έχει σκοπό να παρουσιάσει τους μεγάλους Έλληνες. Αυτό έχει γίνει ήδη, σε πλαίσιο πολύ πιο αποτελεσματικό από αυτό. Ο σκοπός της παραπάνω αναδρομής είναι να τραβήξουμε μία κλωστή και να συνδέσουμε όλους τους παραπάνω με ένα κοινό χαρακτηριστικό. Και το κοινό χαρακτηριστικό είναι πως όλοι, χωρίς καμία εξαίρεση, πρόσφεραν –καλώς ή κακώς- δραστικά, δραστήρια και δυναμικά θέτοντας τον εαυτό τους ως παράδειγμα προς μίμηση στους υπόλοιπους από εμάς. Και με αυτόν τον τρόπο, σηματοδότησαν την εποχή τους, αντικατοπτρίζοντας ή καθορίζοντας το λαϊκό αίσθημα και τη λαϊκή πράξη, δράση και ταυτότητα.

...και έτσι φτάνουμε στο γύρισμα του αιώνα. Μετά από την επανάσταση του life-style τη δεκαετία του 90, με ηγέτη τον κύριο Κωστόπουλο και θύματα δύο γενιές ψευτομαγκάκων, αποχαυνωμένων Ελλήνων, οι οποίοι δεν ήξεραν τι έπρεπε να πρώτο-κάνουν για να είναι «μοδάτοι» και “in”, ήρθαν κάποιοι άλλοι να μας αποτελειώσουν. Τα ηνία δεν κρατούν πλέον ούτε οι φιλόσοφοι, ούτε οι ρήτορες, ούτε οι στρατιωτικοί, ούτε καν οι πολιτικοί. Τα ηνία κρατούν πλέον οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι με ύφος δημόσιου κατήγορου, στήνουν δημόσιες δίκες σε οποιονδήποτε δεν πράττει όπως αυτοί θεωρούν σωστό. Δεν προσφέρουν πράξη, δράση ή ταυτότητα. Δεν κάνουν καν τη δουλειά τους, η οποία είναι να μεταφέρουν τις ειδήσεις. Παρά μόνο επεκτείνουν εκβιαστικά και παρασιτικά τη δύναμή τους.

Πολλοί από εμάς παρακολουθήσαμε την εξέλιξη αυτή με τρόμο. Ήμασταν βέβαιοι πως το σάπιο σύστημά μας δεν μπορούσε να γεννήσει, να εξελίξει ή να μεταλλάξει μία ακόμα πιο παρασιτική συνομοταξία ανθρώπων. Παρολαυτά τα καταφέραμε, αντικατοπτρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του Νεοέλληνα σε ένα είδος το οποίο κρύβεται πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, χλευάζει τους πάντες (εκτός από τον εαυτό του και το είδος του), προσποιείται μεγαλεπήβολα πως γνωρίζει τα πάντα και γελοιοποιεί οτιδήποτε έχει να κάνει με εθνική ταυτότητα και περηφάνια, σαν να είναι κάτι ποταπό, ξεπερασμένο και οπισθοδρομικό.

Κυρίες και κύριοι, καλώς ήρθατε στην Ελλάδα του 2010, όπου η άρχουσα τάξη, η ομάδα των ανθρώπων που διαμορφώνει την κοινή γνώμη και αντικατοπτρίζει την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας και της κουλτούρας μας, είναι οι γελωτοποιοί. Αρβύλες, τσαντίρια, Θέμος και άλλοι, σας μαθαίνουν πώς να παρουσιάζεστε ως πιο έξυπνοι από όλους, χωρίς να χρειάζεται να δημιουργήσετε, να προσφέρετε, να σκεφτείτε ή να δράσετε με οποιονδήποτε τρόπο. Απλά κοροϊδέψτε αυτάρεσκα τους γύρω σας και με κάποιον τρόπο, η χώρα και εσείς όχι μόνο θα σωθείτε αλλά και θα προοδεύσετε. Νεοέλληνα, οι νέοι σου ηγέτες κατέφτασαν. Άντε στο καναπεδάκι σου τώρα με τον φραπέ σου, να τους δοξάσεις, να τραγουδήσεις μαζί τους και να γελάσετε μαζί για τα υπόλοιπα κορόιδα, που δεν κάνουν τίποτα για να πάει μπροστά αυτός ο τόπος!

Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισία 2010

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Το Θράσος του Αντί-Πολιτεύεσθαι

Με ολοένα και πιο μειωμένο ενδιαφέρον, παρακολουθώ τους τίτλους ειδήσεων και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, που μία στις τρεις φορές (και αναλόγως φυσικά με το που είναι πολιτικά προσκείμενες) φιλοξενούν τον τίτλο «Οξεία αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης: Σκληρή κριτική άσκησε ο Αντώνης Σαμαράς στον Πρωθυπουργό». Τις άλλες δύο φορές τα πρωτοσέλιδα αναφέρονται σε κάποια ενέργεια του «ΔΝΤ» και στο «υπόμνημα» ή σε «σειρά κινητοποιήσεων» διαφόρων επαγγελματιών. Εν ολίγοις λοιπόν, το κεντρικό νόημα είναι πως κάποιοι δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, ως εκ τούτου κάποιοι έχουν αναλάβει να τους εποπτεύσουν και κάποιοι τρίτοι διαμαρτύρονται για όλα φροντίζοντας η κατάσταση να γίνεται ακόμα χειρότερη. Παρόλο που πολύ θα ήθελα να αναλύσω την παραπάνω τραγελαφική σειρά γεγονότων, θα συγκρατηθώ και θα επικεντρωθώ στο θέμα του τίτλου.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, παρακολουθούμε στη χώρα μας μία ανιαρή, ανούσια και ουσιαστικά περιπαιχτική εναλλαγή στην εξουσία δύο κομμάτων. Πρόχειροι υπολογισμοί μου λένε πως η μεν ΝΔ είχε την εξουσία για κάτι λιγότερο από το ένα τρίτο της τριακονταετίας και το ΠΑΣΟΚ το υπόλοιπο.

Καθόλη τη διάρκεια του Muppet show αυτού, (κατά το Ελληνικότερο, αν και αυτό αμφισβητείται στις μέρες μας, θέατρο σκιών ή «Καραγκιόζης»), όλοι όσοι πέρασαν από την αρχηγία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, είτε είχαν διατελέσει πρωθυπουργοί τα προηγούμενα χρόνια (όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου), είτε ήταν υπουργοί σε προηγούμενες κυβερνήσεις (όπως ο Πρωθυπουργός και ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης επί του παρόντος αλλά επίσης και οι Κώστας Σημίτης, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Κώστας Καραμανλής).

Χωρίς καμία εξαίρεση, όλοι αυτοί οι πολιτικοί, κατά τη διάρκεια της θητείας τους ως αρχηγοί του δεύτερου κόμματος, άσκησαν κριτική και κατηγόρησαν ανηλεώς την εκάστοτε κυβέρνηση σε σημείο που ακόμα και η εφαρμογή πολιτικών τις οποίες και οι ίδιοι κάποτε μπορεί να είχαν υποστηρίξει, τους βρήκε πολέμιους. Το πιο εξοργιστικό όμως από όλα, είναι πως ως πανάκεια έχουν πάντοτε έτοιμη τη λύση μέσω ενός εκσυγχρονιστικού προγράμματος, μιας περήφανης και ακέραιης εξωτερικής πολιτικής και της υπόσχεσης καλύτερων οικονομικών ημερών.

Το παραπάνω φαινόμενο, για εμένα έφτασε στο ανώτερο στάδιο γελοιότητας, όταν ο κύριος Παπανδρέου, ομολογουμένως έξυπνα, απάντησε σε κάποια σύσταση του κυρίου Σαμαρά, ρωτώντας τον γιατί δεν είχε φροντίσει ο ίδιος το θέμα ως υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης, τηλεφωνώντας στον κύριο Καραμανλή και παραθέτοντάς του τη λύση.

Αυτό βέβαια που εγώ αναρωτιέμαι, είναι πόσες φορές θα μπορούσε να είχε σηκώσει το τηλέφωνο ο κύριος Παπανδρέου, τηλεφωνώντας είτε στον κύριο Σημίτη είτε στον πατέρα του, όταν υπηρετούσε ως υπουργός πολιτισμού, παιδείας ή εξωτερικών. Εκτός βέβαια αν ο ίδιος κρίνει, πως η συνεισφορά του στα τρία αυτά υπουργεία έχει συνδράμει στο «εξαιρετικό» αποτέλεσμα που απολαμβάνουμε σήμερα και στους τρεις αυτούς τομείς.


Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισά 2010

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ομηρεία της Κολακείας



Είναι όμορφο να εκφράζουμε την εκτίμηση μας για τους άλλους και να επισημαίνουμε το όμορφό τους. Είναι μία αναγνώριση, μία προτροπή, μία ενθάρρυνση, κάτι το οποίο επιβραβεύει το ξεχωριστό τους και ως εκ τούτου στηρίζει την ύπαρξη και τη βελτίωσή του. Είναι όμορφο και για αυτόν που το κάνει, δείχνοντας μεγαλοψυχία και ευγένεια αλλά και για τον παραλήπτη, για ευνόητους λόγους. Όπως όλα όμως τα πράγματα, έτσι και αυτό έχει δύο όψεις.

Ας κοιτάξουμε πρώτα τον παραλήπτη. Κάποιος θα σκεφτεί, «σε τι μπορεί να βλάψει ένα κομπλιμέντο»; Αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Καταρχάς, ένας άνθρωπος μπορεί να λάβει μία φιλοφρόνηση ακούσια και τυχαία, για κάτι το οποίο έκανε καλά, επίσης όμως μπορεί και να δημιουργήσει, σχεδόν να σκηνοθετήσει συνθήκες οι οποίες αφήνουν λίγα περιθώρια σε κάποιον όσον αφορά στην επιλογή του να προσφέρει ένα θετικό σχόλιο ή να σωπάσει. Μία χαρακτηριστική, χειριστική μέθοδος διαφόρων ανθρώπων, είναι να μειώνουν διαρκώς τον εαυτό τους ή τα κατορθώματά τους, προσκαλώντας εμμέσως πλην σαφώς την ενθάρρυνση των άλλων. Μία παρόμοια μέθοδος, είναι το να βρίσκονται διαρκώς σε μία προβληματική και προβληματισμένη διάθεση από την οποία βγαίνουν μόνο μετά από τις προσπάθειες των γύρω τους να τους πείσουν πως είναι σημαντικοί, αγαπητοί, άξιοι και ούτω καθεξής. Φυσιολογικό επακόλουθο είναι, μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, αυτό να δημιουργήσει έναν κοινό και αμφίδρομο προγραμματισμό, εξαναγκάζοντας τους μεν «φιλοφρονητές» να ανακαλύπτουν ολοένα και καινούργιες μορφές κολακείας και τους δε «φιλοφρονημένους» να περιορίζονται σε μέτριες και κακές «επιδόσεις», δεδομένου του πως έχουν μάθει να αποσπούν ανταμοιβή για αυτές. Άλλωστε, αν κοιτάξετε γύρω σας, θα παρατηρήσετε πως οι άνθρωποι οι οποίοι συνήθως λαμβάνουν τα περισσότερα κομπλιμέντα, είναι ως επί το πλείστον ανασφαλείς, μέτριας απόδοσης ή με κάποιον τρόπο ανήμποροι.

Εξίσου όμως χειριστικά και ίσως περισσότερο ακόμα, μπορεί να είναι τα κίνητρα, συνειδητά ή ασυνείδητα, των ανθρώπων που φιλοφρονούν διαρκώς τους άλλους. Παρακάμπτοντας την πιο εμφανή και πολλαπλώς εξερευνημένη έννοια του «γλειψίματος» με απώτερο σκοπό την εύνοια του φιλοφρονημένου (με οτιδήποτε αυτό συνεπάγεται, από μία προαγωγή μέχρι ένα δάνειο), μπορούμε να διαπιστώσουμε πως υπάρχουν ακόμα σκοτεινότερες πτυχές πίσω από ένα φαινομενικά αθώο κομπλιμέντο. Προϋποθέσεις για το ξεδίπλωμα αυτών των πτυχών είναι η ύπαρξη ενός «θύματος», στα πρότυπα αυτού που περιγράψαμε πιο πάνω και ενός ή πολλών «καλοπροαίρετων συμμάχων», που στόχο έχουν να ελέγξουν το θύμα. Τέτοιου είδους σχέσεις μάλιστα μπορεί να λειτουργήσουν και εθιστικά, σχεδόν σαν ναρκωτικό και με αυτόν τον τρόπο, ο «φιλοφρονητής», παρακρατώντας ή διαθέτοντας τη «δόση» στον «κομπλιμεντομανή», εξασκεί ολοκληρωτικό έλεγχο, τιμωρώντας και ανταμείβοντας, στο πλαίσιο ενός εξουσιαστικού προγράμματος. Ίσως αξίζει να παρατηρήσετε πως οι άνθρωποι που κάνουν διαρκώς κομπλιμέντα, δεν έχουν συνήθως ιδιαίτερη εξουσία.

Σας ευχαριστώ που με διαβάσατε αγαπητοί μου αναγνώστες. Είστε οι καλύτεροι ;-)

Βασίλης Αντωνάς
(Εφημερίδα Κηφισιά 2010)

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

*Επιβάτες…

Έχω υπάρξει πάντα οπαδός της δράσης…της δράσης, της πρόληψης, της προετοιμασίας…του άμεσου και του δυναμικού. Πιστεύω πως πάντα υπάρχει κάτι το οποίο μπορούμε να κάνουμε, για να αλλάξουμε την τροπή των γεγονότων, όταν αυτά αρχίζουν να παίρνουν ανεπιθύμητη τροπή. Βεβαίως, εδώ μπορείτε να υποστηρίξετε, πως αν τα γεγονότα έχουν αρχίσει να παίρνουν ανεπιθύμητη τροπή, αυτό από μόνο του καταρρίπτει το μέρος της θεωρίας που αναφέρεται στην πρόληψη• και αυτό είναι κακό, γιατί όπως ξέρουμε, οι θεωρίες είναι όπως το ντόμινο και μόλις φύγει ένα κομμάτι, ακολουθούν και άλλα.


Πάρτε για παράδειγμα μία απλή μετακίνηση. Με τραίνο. Ο συρμός ξεκινά, εσείς έχετε φροντίσει να ξεκινήσετε στη ώρα σας, έχετε προσχεδιάσει το δρομολόγιο και όλα κυλούν ρολόι• μέχρι που το βαγόνι ακινητοποιείται• μεταξύ δύο σταθμών• δεξιά και αριστερά, υπάρχει μόνο το πυκνό, κρύο και σκοτεινό τσιμέντο που φαντάζει σαν λαρύγγι τεράστιου δράκου, που σας έχει καταβροχθίσει• και δε λέει ούτε να βήξει -ούτως ώστε λυτρωτικά να βρεθείτε πάλι έξω- ούτε να καταπιεί -ούτως ώστε να συνεχίσετε την πορεία σας προς τα σωθικά του-.

Η πραγματικότητα είναι πως έχετε κολλήσει σαν ένα μικρό κομμάτι μαρούλι και το μόνο που μπορείτε να κάνετε, είναι να περιμένετε υπομονετικά μέχρι το επόμενα γεύμα του φανταστικού μας δράκου, γίνει η αιτία για να συνεχίσετε το ταξίδι σας• εκτός αν κάνει δίαιτα. Που προφανώς κάνει, δεδομένου του ότι όπως είπαμε, συγκαταλέγεστε πλέον στη οικογένεια των ζαρζαβατικών, τα οποία ένας δράκος δε θα κατανάλωνε εάν δεν είχε πρόβλημα με το βάρος του.

Κάπως έτσι είναι λοιπόν η ζωή μας πολλές φορές. Βρισκόμαστε μικροί και ασήμαντοι –ούτε καν επαρκώς ενοχλητικοί-, εξαρτώμενοι από μία σειρά γεγονότων τα οποία πολλές φορές δεν έχουν τίποτα να κάνουν ούτε με εμάς, ούτε με τα καλοστρωμένα και μεγαλεπήβολα σχέδια μας. Και κάτι τέτοιες στιγμές, το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να αξιοποιήσουμε τον χρόνο μας κάνοντας κάτι που ειλικρινά θα το χαρούμε. Όπως το να γράψουμε μία μικρή ιστορία για ένα δράκο που κάνει διαίτα…

Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισιά 2010

*Με ευχαριστίες στην Μ.Λ. για την έμπνευση του Επιβάτες

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Brief Note on Obstinacy

Strength of character can easily degenerate into obstinacy. The line between them is often hard to draw in a specific case; but surely it is easy to distinguish them in theory.


Obstinacy is not an intellectual defect; it comes from reluctance to admit that one is wrong. To impute this to the mind would be illogical, for the mind is the seat of judgement. Obstinacy is a fault of temperament. Stubbornness and intolerance of contradiction result from a special kind of egotism, which elevates above everything else, the pleasure of its autonomous intellect, to which others must bow...

...we would therefore argue that strength of character turns to obstinacy as soon as a man resists another point of view not from superior insight or attachments to some higher principle, but because he objects instinctively.

Carl Von Clausewitz

On War

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Περί Συνέπειας


Τελευταία έχω αναπτύξει μία ενοχλητική, τόσο για εμένα όσο και για τους άλλους φαντάζομαι, συνήθεια. Επαναλαμβάνω τον εαυτό μου δύο, τρεις και τέσσερις φορές. Στην αρχή ανησύχησα πως αναπτύσσω αλζχάϊμερ, μετά όμως συνειδητοποίησα πως, μπορώ να μετρήσω περίπου πόσες φορές το έχω κάνει (και έχω ανακαλύψει με τη βοήθεια συνεργάτιδάς μου πως ο μέσος όρος μου είναι περίπου τρεις φορές) και δεύτερον δεν επαναλαμβάνω όλα τα πράγματα• επαναλαμβάνω μόνο όσα πράγματα προϋποθέτουν χρονικό και πρακτικό συντονισμό μεταξύ εμού και κάποιου άλλου.


Εν ολίγοις επαναλαμβάνω, αναπλαισιώνω, εκφράζω με δικές μου λέξεις (όπως θες πες το βρε αδερφέ) το μέρος της υποχρέωσης που έχει αναλάβει ο άλλος σε σχέση με εμένα ή σε σχέση με μία κοινή μας προσπάθεια, ελπίζοντας πως με έχει ακούσει. Από το τί ώρα θα συναντηθώ με κάποιον και το μέρος της συνάντησής μας, μέχρι το πότε θα επικοινωνήσει μαζί μου και το τί έχουμε συμφωνήσει να κάνει• και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι, πέρα από το γεγονός πως είμαι κάπως ψυχαναγκαστικός με τη συνέπεια, το χρόνο και την ακρίβεια, τί ευθύνεται για αυτή μου την εμμονή• και το ανακάλυψα• μέσα σε δύο δευτερόλεπτα:

Ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που κάνουν αυτό που λένε όταν λένε πως θα το κάνουν. Στην αρχή προσπάθησα να εξετάσω και μία δεύτερη θεωρία, το αν δηλαδή τα πράγματα που έχουν να κάνουν μαζί μου, είναι τα λιγότερο σημαντικά, ο νόμος των πιθανοτήτων, όμως, το καθιστά αυτό (λόγω της μονιμότητας του φαινόμενου) απίθανο. Και έτσι αποφάσισα να μην προσθέσω την παράνοια στο ήδη εκκολαπτόμενο αλζχάϊμερ.

Μετά προσπάθησα να βρω μία λύση, και ως οργανωτικός σύμβουλος αποφάσισα πως αν καθιστώ τους γύρω μου συν-υπεύθυνους για αυτό που έχουμε αναλάβει, ή έστω αν βεβαιώνομαι πως πάντα υπάρχει αμοιβαίο όφελος, τότε θα γίνουν πιο συνεπής. Και αυτή όμως η θεωρία καταρρίφτηκε όταν ανακάλυψα πως κάποιοι αργούσαν ή δεν έρχονταν σε συναντήσεις που λάμβαναν χώρο προς όφελός τους (και τις οποίες είχαν ζητήσει), ή δεν εμφανίζονταν για να… πληρωθούν για παράδειγμα.

Πειραματίστηκα και με το να μην κάνω τίποτα μέχρι ο άλλος να εκπληρώσει το δικό του μέρος της υποχρέωσης, και αυτό όμως είχε τις δυσκολίες του, διότι αν και ζημιωνόμασταν και οι δύο με κάποιο τρόπο από αυτή την καθυστέρηση, αυτό δε φαινόταν να αλλάζει κάτι.

Και έτσι κατέληξα σε δύο συμπεράσματα: Πρώτον, την ασυνέπεια την έχουμε στο αίμα μας σα λαός, και πιθανολογώ πως πηγάζει από κάποιο είδος παθολογικής υπεροψίας και ασέβειας προς τους γύρω μας (όπως είπα, όμως, δε θα ρισκάρω να παραθέσω καταληκτικές διαγνώσεις)…και δεύτερον, το μεγαλύτερο προσόν που μπορεί να έχει κάποιος στην Ελλάδα, αυτό με τη μεγαλύτερη αξία λόγω της σπανιότητάς του σε προσωπικό, επαγγελματικό και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, είναι η συνέπεια.

Δεν είναι ούτε το ταλέντο, ούτε η εξυπνάδα, ούτε τα λεφτά, ούτε οι ιδέες, ούτε η «χαριτωμενιά». Και όταν το καταλάβουμε αυτό όλοι και αρχίσουμε να το εκτιμάμε, να το ανταμείβουμε και να σεβόμαστε ο ένας το χρόνο και τα σχέδια του άλλου, ή απλά να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, τότε ίσως να σταματήσει να φταίει ο «Άγνωστος Ελληνάρας» για όσα δεν έγιναν, να μας τελειώσουν οι δικαιολογίες και κάπου να καταλήξουμε με αυτή την αναξιόπιστη ιδέα που κάποτε ονομάζαμε Ελλάδα και τώρα έχει καταντήσει σαν τον Πύργο του Κάφκα.

Βασίλης Αντωνάς
(Εφημερίδα Κηφισιά 2010)

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Περί Σεβασμού


Λίγα πράγματα θεωρούνται τόσο αυτονόητα σε ένα υγιές κοινωνικό σύστημα (αποφεύγω τον όρο «δημοκρατικό», ο οποίος έχει ευτελιστεί στη χώρα μας) όσο ο σεβασμός για τους γύρω μας. Δε θέλω όμως σήμερα να γράψω για κοινωνικοπολιτικά θέματα. Θέλω να γράψω για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Ο σεβασμός, είναι μία από αυτές τις έννοιες, τις οποίες δυσκολευόμαστε να ορίσουμε με σαφήνεια, και για τις οποίες η Ελληνική γλώσσα δεν έχει άμεση αντωνυμία (Σεβασμός: έλλειψη σεβασμού). Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία, αναφέρεται στην εκτίμηση που δείχνουμε σε κάτι, ή σε κάποιον για τα χαρίσματά του. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να υποθέσει, πως το κοντινότερο συνώνυμο του σεβασμού, είναι η εκτίμηση και ως εκ τούτου το αντίθετο είναι η υποτίμηση (και χάριν απλότητας και ελλείψει προχωρημένων γλωσσολογικών γνώσεων, δεν προχωρώ σε ανάλυση της δραστικής επίδειξης της υποτίμησης (και της έλλειψης σεβασμού), η οποία θα μπορούσε να είναι η περιφρόνηση).
Μέτα, λοιπόν, από αυτή τη μάλλον φιλόδοξη για τις δυνατότητές μου απόπειρα τοποθέτησης του «σεβασμού» εντός γλωσσολογικού και εννοιολογικού πλαισίου, ήρθε η ώρα να αναλογιστούμε κατά πόσο αντιμετωπίζουμε τους γύρω μας με σεβασμό και κατά κύριο λόγο (μια και είπαμε πως δε θέλουμε να ασχοληθούμε εκτενώς με κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους) αυτούς με τους οποίους μας δένει μία κοντινή σχέση, ίσως μία σχέση εκτίμησης ή ακόμα και αγάπης.
Το πρώτο πράγμα στο οποίο δια της εις άτοπον απαγωγής μπορώ να καταλήξω, είναι πως εφόσον σεβασμός συνεπάγεται η εκτίμηση για τα χαρίσματα του άλλου, τότε το αντίθετο είναι η έλλειψη εκτίμησης για τα χαρίσματα του άλλου. Με άλλα λόγια, το τρομακτικό για εμένα τουλάχιστον συμπέρασμα, είναι πως το να μη δείχνουμε στους κοντινούς μας ανθρώπους το πόσο όμορφους (καθ΄οποιανδήποτε έννοια) τους θεωρούμε, είναι έλλειψη σεβασμού (Και ακόμα χειρότερα φυσικά, περισσότερο για εμάς παρά για αυτούς, είναι το να είμαστε μαζί τους εάν δεν τους θεωρούμε όμορφους, αυτή όμως η συζήτηση θα απαιτούσε καινούρια επικεφαλίδα).
Είχα σκοπό να γράψω και άλλα• κρίνω όμως, πως μετά από αυτή την αποκάλυψη, η οποία προέκυψε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του άρθρου, καλά θα κάνω να περιμένω πριν επανέλθω στο θέμα• διότι το να επεκταθώ, θα ήταν σαν να θέλω να χορέψω, χωρίς καν να γνωρίζω πως ούτε να περπατήσω δεν μπορώ καλά-καλά. Η συνέχεια, λοιπόν, στο εγγύς, ελπίζω, μέλλον. Για εμένα• για εσένα• για εσάς• για όλους μας.

Βασίλης Αντωνάς
(Εφημερίδα Κηφισιά 2010)
Artwork. E. Risk

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Περί Ελευθερίας, Δημοκρατίας, Αυθάδειας και Βλακείας


Με απορία παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια την εξέλιξη της Ελληνικής, της νεοελληνικής κοινωνίας. Παρακολουθώ τους διάφορους κουκουλοφόρους να σπάνε και να καταστρέφουν τις περιουσίες μας και τις δυνάμεις καταστολής να το επιτρέπουν αυτό για ώρες ολόκληρες• παρακολουθώ τους δημόσιους καρεκλοκένταυρους ακλόνητους στη θέση τους, να πληρώνονται από εμάς και σε αντάλλαγμα να μας φέρονται σα σκουπίδια σε εφορίες, νοσοκομεία, υπουργεία και άλλους δημόσιους οργανισμούς• παρακολουθώ την αποδυνάμωση της Εθνικής κυριαρχίας στρατιωτικά και διπλωματικά και τους προκλητικούς γείτονές μας από βορρά και ανατολή να μας υπονομεύουν με τις ευλογίες της διεθνούς κοινότητας• παρακολουθώ τα δύο κόμματα εξουσίας να μπαινοβγαίνουν στο Μαξίμου με την ψήφο μας και εμείς να αναρωτιόμαστε πως αυτό είναι μετά από 30 χρόνια ασυδοσίας ακόμα δυνατόν.
Παρακολουθώ Ελληνικές σημαίες να καίγονται, άτυχους μα ασήμαντους νεαρούς να ηρωποιούνται, πανό στην Ακρόπολη να προβάλλονται στα διεθνή ΜΜΕ, ατιμώρητα σκάνδαλα και κλοπές, καταδίκη σε θάνατο με πυρπόληση επειδή κάποιοι διάλεξαν να εργαστούν, την εξιδανίκευση της τεμπελιάς και την αναβάθμιση του συνδικαλισμού και της αποχής από την εργασία σε τρόπο ζωής, χλευασμό ειρωνική διάθεση για τις δυνάμεις που διατηρούν εσωτερικά και εξωτερικά την ασφάλειά μας, όπως ο στρατός και η αστυνομία, υποτίμηση, καταδίωξη, οποιασδήποτε παραδοσιακής αξίας, όπως η οικογένεια και κρυφή ντροπή, φίμωτρο και δημόσιο δικαστήριο για όποιον τολμά να αγαπά και να πονά για την πατρίδα.
Με άλλα λόγια, οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού, οι “in”, οι “cool”, οι “υπεράνω”, είναι πλέον οι νεοφιλελεύθεροι νεοέλληνες, μηδενιστές, άθεοι, αναρχικοί, άνευ ιδεολογίας, χωρίς εθνική συνείδηση, υποκινούμενοι από ατομικισμό, με γνώμονα το βόλεμα, την ανούσια διαμαρτυρία, το τέλος του Ελληνισμού και κρυμμένοι πίσω από ένα σκοτεινό πέπλο που κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλον, βολικά μέχρι τώρα ονομάζαμε δημοκρατία και ελευθερία.
Τώρα βέβαια για πια δημοκρατία μιλάμε όταν πριν μερικές μέρες στελέχη κομμάτων που τόλμησαν να διαφωνήσουν με τη κομματική γραμμή διεγράφησαν, όταν φοβόμαστε πλέον να κυκλοφορήσουμε στο κέντρο της πόλης μας και όταν αναγκαζόμαστε τώρα να αποπληρώσουμε τα χρέη που άλλοι καταχράστηκαν, εν μέσω παγκόσμιας κατακραυγής, όταν ντρεπόμαστε να πούμε πως αγαπάμε τη χώρα μας όχι μόνο εκτός αλλά και εντός των τειχών, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Δε θα γράψω άλλο…νιώθω πως θα υποτιμήσω τη νοημοσύνη μας με έναν αποφθεγματικό καταληκτικό επίλογο. Ο καθένας ας πράξει κατά πως νομίζει πια και κατά πως προστάζει η συνείδηση του.

Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισιά, 2010

(Πίνακας)
Young Greek Defending his Wounded Father
(1827)
This oil painting by Ary Scheffer presents, upon the stage of history, a Greek youth who acquires a sense of duty and becomes a man in the hour of battle, as his wounded father dies. In this composition, the artist alludes to Greece’s ancient past, which the fighting Greeks are defending.

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Περί Αναμονής (ΙΙ)


Πριν μερικές εβδομάδες, παρέθεσα μία τοποθέτηση του Νίτσε περί αναμονής. Ο φιλόσοφος καταπιανόταν με τον συνηθισμένο απόλυτο, στομφώδες και οδυνηρά εύστοχο τρόπο του με τους παράγοντες που καθορίζουν το αν θα περιμένουμε, το αν αξίζει να περιμένουμε για κάτι ή για κάποιον. Το κείμενο το παρέθεσα χωρίς σχολιασμό ή εισαγωγή, δεδομένου του ότι το μήνυμα ήταν, κατά τη γνώμη μου σαφές: Το «ανθρώπινο» μας (αγαπημένο θέμα του Νίτσε), δεν αντέχει να περιμένει όταν επικρατούν το πάθος, (τα πάθη;) όπως στην περίπτωση των ερωτευμένων ή της πληγωμένης περηφάνιας, όπως στη περίπτωση δύο αντιπάλων που έχουν προσβάλει ο ένας τη τιμή του άλλου και πρέπει να αναμετρηθούν. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα ο φιλόσοφος έγραφε πως ο θάνατος είναι προτιμότερος από το να ζει κάποιος με πληγωμένο εγωισμό.
Επειδή όμως ο ίδιος ο Νίτσε, στο ίδιο σύγγραμμα (Ανθρώπινο, Υπερβολικά Ανθρώπινο), γράφει και το περίφημο «it is the consensus sapientium that any consensus gentium is foolishness» (σε ελεύθερη μετάφραση ο Νίτσε προσκαλεί όσους είναι σοφοί να αμφισβητούν τα πάντα και κυρίως τα συμπεράσματα, κατά πάσα πιθανότητα αναφερόμενος σε ένα ακόμη αγαπημένο του θέμα, το Θεό και την ύπαρξή του ή τη Θρησκεία, επιφυλάσσομαι να τοποθετηθώ ακλουθώντας τη συμβουλή του), θα τολμήσω και εγώ να παραθέσω αντίλογο, όχι φυσικά στηριζόμενος στα δικά μου μικροσκοπικά πόδια αλλά ασφαλώς κρυμμένος πίσω από έναν άλλο γίγαντα της διανόησης.
Απολαύστε…
«Θυμήθηκα είχα ξεκολλήσει κάποτε από τον κορμό μια ελιάς μια χρυσαλλίδα και την είχα απιθώσει στην απαλάμη μου• μέσα από το διάφανο τσόφλι της διέκρινα ένα πράμα ζωντανό να σαλεύει, η μυστική κατεργασία θα βρίσκουνταν πια στο τέρμα και η μελλούμενη, σκλαβωμένη ακόμα πεταλούδα περίμενε σιγοτρεμάμενη να ‘ρθει η άγια ώρα να προβάλλει στον ήλιο. Δε βιάζουνταν, είχε εμπιστοσύνη στο φως, στο χλιαρό αέρα, στον αιώνιο νόμο του Θεού και περίμενε.
Με εγώ βιάζουμουν • ήθελα μια ώρα αρχύτερα να δω να ξεπουλιάζει μπροστά μου το θάμα, πως τινάζεται από το μνήμα της και από το σάβανό της η σάρκα και γίνεται ψυχή. Έσκυψα κι άρχισα να φυσώ πάνω της τη ζεστή ανάσα μου• και να σε λίγο, μια σκισμάδα χαράχτηκε στη ράχη της χρυσαλλίδας, σιγά σιγά σκίστηκε από πάνω έως κάτω αλάκερο το σάβανο και φάνηκε σφιχτομανταλωμένη ακόμη με στρουφηγμένα τα φτερά, με τα πόδια κολλημένα στη κοιλιά καταπράσινη η αμέστωτη πεταλούδα. Σπαρτάριζε αλαφριά και ολοένα ζωντάνευε κάτω από την επίμονη ζεστή μου ανάσα• το ένα φτερό ξεκόρμισε, χλωρό σα μπουμπουκισμένο φύλλο λεύκας, κι άρχισε να σπαρταράει και ν’ αγωνίζεται να ξετυλιχτεί ως πέρα αλάκερο, μα του κάκου• έμεινε μισάνοιχτο και ζαρωμένο. Σε λίγο κουνήθηκε και το άλλο φτερό, μόχτησε κι αυτό να τεντωθεί, δεν μπόρεσε και στάθηκε μισοξετυλιγμένο κι έτρεμε• κι εγώ με την αναίδεια του ανθρώπου σκυμμένος, φυσούσα απάνω τους το ζεστό αχνό μου, μα τα μισερωμένα φτερά είχαν τώρα ακινητήσει κι είχαν γύρει μαραμένα.

Νίκος Καζαντζάκης

(Εφημερίδα Κηφισιά 2010)

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Άδειες νίκες


Μία από τις πιο περιοριστικές και βλαβερές συνήθειες στο ρεπερτόριο των ανθρωπίνων συμπεριφορών, είναι η ανάγκη να έχουμε δίκιο. Είτε πρόκειται για τις επαγγελματικές μας επιλογές, τις πολιτικές μας πεποιθήσεις και κυρίως τις προσωπικές μας σχέσεις, πολλές φορές αγνοούμε παντελώς το ποια έκβαση θα ωφελούσε τους εμπλεκόμενους σε μία διένεξη και επικεντρωνόμαστε στο να αποδείξουμε στον άλλον, πως έχει άδικο.
Ένα από τα τραγικότερα και συνάμα αστειότερα σημεία, όπου μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτή την ανθρώπινη συμπεριφορά, είναι οι δρόμοι. Σίγουρα όλοι μας θα έχουμε δει πολλές φορές οδηγούς να τσακώνονται για το παραλίγο ατύχημα που έλαβε χώρα μεταξύ τους. Συνήθως ο διαπληκτισμός διαδραματίζεται κάτω από συνθήκες που εγκυμονούν περισσότερους και σοβαρότερους κινδύνους από αυτούς που μόλις αισίως απέφυγαν (δηλαδή είτε οδηγώντας ο ένας πλάι στον άλλον επικίνδυνα, είτε σταματώντας σε επικίνδυνα σημεία για να τσακωθούν, είτε ακόμη χειροδικώντας ο ένας πάνω στον άλλον). Υπάρχουν δύο πράγματα τα οποία είναι απολύτως βέβαια σε αυτές τις περιπτώσεις: Κανείς από τους εμπλεκόμενους δε θα ωφεληθεί από τη διένεξη και κανείς δε θα συμμορφωθεί παραδεχόμενος το λάθος του, ακόμα και αν κείτεται ξυλοδαρμένος σε κάποιο πεζοδρόμιο.
Με αφορμή το παραπάνω παράδειγμα, ίσως αξίζει να αναλογιστούμε πόσες φορές συμβαίνει κάτι παρόμοιο με κοντινά μας πρόσωπα. Πόσες φορές η αίσθηση αδικίας ξεχειλίζει, το αίμα βράζει και ο θυμός μάς κυριεύει και έτσι ξεκινά το γαϊτανάκι του καβγά, το οποίο αποτελείται από τρεις πράξεις: Τον πρόλογο (δηλαδή το χρόνο που μοναχικά ο καθένας παλεύει με τον πληγωμένο εγωισμό του), το κυρίως θέμα (δηλαδή ο καβγάς) και τον επίλογο, ο οποίος μπορεί να κρατήσει και περισσότερα από τα προκαταρκτικά (δηλαδή το διάστημα που ο ένας κρατάει μούτρα στον άλλο).
Αν και πολλές φορές οι καβγάδες καθαρίζουν την ατμόσφαιρα και εκτονώνουν τις σχέσεις, αξίζει να παρατηρήσουμε ορισμένες παραμέτρους. Η πρώτη από αυτές είναι η συχνότητα. Η δεύτερη είναι η ένταση. Η τρίτη είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να επανέλθει η σχέση στα φυσιολογικά της πλαίσια. Τέλος, χρήσιμο θα είναι να εντοπίσουμε τους ρόλους που αναλαμβάνει ο καθένας. Δηλαδή αν κάποιος είναι πάντα το θύμα και κάποιος πάντα ο θύτης, τότε αυτό έχει να μας πει κάτι για το πόσο εξυπηρετείται ο καθένας από αυτούς τους ρόλους.
Με τα παραπάνω στο μυαλό, ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλοι να αποφύγουμε τις άδειες νίκες και ας κοιτάξουμε σε βάθος τα κίνητρα και τα αίτια που οδηγούν μία ουσιαστικά βλαβερή συμπεριφορά. Το πρόβλημα μπορεί να έγκειται στη σχέση, στις περιστάσεις ή ακόμα και στον άλλο άνθρωπο. Κυρίως όμως, πρέπει να αναζητήσουμε το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί σε εμάς.

Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισιά 2010

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

The Ability to Wait

Being able to wait is so hard that the greatest poets did not disdain to make the inability to wait the theme of their poetry. Thus Shakespeare in his Othello, Sophocles in his Ajax,21 who, as the oracle suggests, might not have thought his suicide necessary, if only he had been able to let his feeling cool for one day more. He probably would have outfoxed the terrible promptings of his wounded vanity and said to himself: "Who, in my situation, has never once taken a sheep for a warrior? Is that so monstrous? On the contrary, it is something universally human." Ajax might have consoled himself thus.

Passion will not wait.

The tragedy in the lives of great men often lies not in their conflict with the times and the baseness of their fellow men, but rather in their inability to postpone their work for a year or two. They cannot wait.

In every duel, the advising friends have to determine whether the parties involved might be able to wait a while longer. If they cannot, then a duel is reasonable, since each of the parties says to himself: "Either I continue to live, and the other must die at once, or vice versa." In that case, to wait would be to continue suffering the horrible torture of offended honor in the presence of the offender.

And this can be more suffering than life is worth.

Friedrich Nietzsche-Human, All too Human

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Φόβος και Αναγέννηση


Διανύουμε μία περίοδο δύσκολη και ύπουλη, σχεδόν σκοτεινή. Στην ατμόσφαιρα υπάρχει διάχυτο ένα μούδιασμα και μία αίσθηση φόβου και ακινησίας. Δεν είναι μόνο τα όσα συμβαίνουν, τα οποία έχουν να κάνουν κυρίως με οικονομικές παραμέτρους• είναι και όσα φοβόμαστε πως μπορεί να συμβούν: κοινωνική αναταραχή, επιδρομή στη περιουσία μας από το κράτος και στα υπάρχοντα μας από απελπισμένους κακοποιούς, μειωμένες ή ανύπαρκτες συντάξεις. Η αβεβαιότητα (σε αυτή την περίπτωση ή αβεβαιότητα του αν το μέλλον θα είναι άσχημο ή πολύ άσχημο) γεννά πάντα φόβους. Η πιθανότητα του να μην μπορούμε να ορίζουμε τα πράγματα, να είναι αυτά μεγαλύτερα και ισχυρότερα από εμάς και να μας οδηγούν παρά τη θέλησή μας, είναι περισσότερο επώδυνη από όσο μπορούμε να αντέξουμε.
Αυτή η περίοδος, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια συλλογική «Αναγέννηση», μία στροφή δηλαδή από το υλικό στο πνευματικό. Χωρίς σε καμία περίπτωση να υποστηρίζω πως το ένα θα πρέπει να αναιρέσει το άλλο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως επί του παρόντος επικρατεί μία ανισορροπία προς όφελος του υλικού. Αυτό, άλλωστε, είναι και αυταπόδειχτο από τους φόβους που κυριαρχούν…δεν έχω ακούσει κανένα να φοβάται πως θα του κλέψουν την ψυχή, πως θα του στερήσουν τα πνευματικά του δικαιώματα ή πως θα του περιορίσουν την ελευθερία, το προνόμιο του να αγαπά και να αγαπιέται και την έκφρασή της σκέψης του (ενώ αυτά μπορεί ήδη να συμβαίνουν εδώ και πολύ καιρό και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό σε επίπεδο αυτοχειρίας).
Ως εκ τούτου, αυτή η περίοδος πιστεύω πως είναι ιδανική για την ατομική διεκδίκηση της ψυχής μας (ή οποία αποτελεί σχεδόν πάντα σημείο εκκίνησης για κάθε συλλογική Αναγέννηση). Οι τρόποι για να το κάνουμε αυτό, είναι πολλοί, άμεσα διαθέσιμοι και υποτιμημένοι: Μία φιλολογική αναδρομή σε μεγάλους Έλληνες και ξένους συγγραφείς και ποιητές, ένα καινούργιο χόμπυ του οποίου την έναρξη πάντα αναβάλλαμε, μία καθιερωμένη βόλτα στη φύση, μία ψυχοθεραπεία για να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τις προτεραιότητές μας…μέχρι και με το Θεό (ή με το Θείο) προλαβαίνουμε να ασχοληθούμε ή ακόμα και με τους κοντινούς μας ανθρώπους…και αν τότε σας μείνει λίγος χρόνος, ίσως και να προλάβετε να απελπιστείτε για όλα όσα μπορεί να γίνουν• γνωρίζοντας όμως πως θα έχετε ουσιαστικά συνδράμει σε ένα μέλλον με περισσότερη ελπίδα και λιγότερο φόβο• ένα μέλλον που θα το ορίζουμε εμείς εκ των έσω.

Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισιά 2010

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Απόδραση από τη Ψυχή


Πολλοί από εμάς, ελπίζουμε πως με το να αλλάξουμε τις εξωτερικές μας συνθήκες και περιστάσεις θα λύσουμε τα προβλήματά μας και θα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις προκλήσεις της ζωής μας –ή ακόμα και πως αυτές οι προκλήσεις θα πάψουν να υπάρχουν-. Από τις πιο απλές αλλαγές όπως μία ανανέωση στη γκαρνταρόμπα μας ή ένα καινούργιο αυτοκίνητο μέχρι τις πιο απαιτητικές όπως η αλλαγή του συντρόφου μας ή και της χώρας διαμονής μας.
Και ενώ όλα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες για ανακούφιση, ευεξία ή ακόμα και βελτίωση του ψυχισμού μας, παραμένουν εξωτερικές συνθήκες. Αυτό το οποίο ουσιαστικά δεν αλλάζει και τόσο είναι ο πυρήνας της ψυχής μας, είτε βρίσκεται σε γραφικό και όμορφο χωριουδάκι κυκλαδίτικου νησιού, είτε παλεύει στη καρδιά μιας μεγαλούπολης. Τι ίδιο ισχύει και όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε τη ζωή μας αλλάζοντας σύντροφο. Αρκεί να σημειωθεί πως εάν εμείς δεν αλλάξουμε, δε μετακινηθούμε, η καινούργια μας επιλογή θα επιβληθεί από τα υπάρχοντα κριτήρια και κατά πάσα πιθανότητα, θα μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με τις προηγούμενες (ή θα την οδηγήσουμε εμείς στο να μοιάζει, για να ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας για οικειότητα, ασχέτως του αν μας ωφελεί αυτό ή όχι).
Ουσιαστικά, αυτό το οποίο πολλές φορές μας διαφεύγει, είναι το πώς το περιβάλλον μας, συμπεριλαμβανομένου και της επιλογής μας να τοποθετηθούμε ή να παραμείνουμε σε αυτό, είναι είδωλο του ποιοι είμαστε, όχι μόνο όσον αφορά στο πώς το φίλτρο της ψυχής μας στρεβλώνει τις εικόνες αλλά και όσον αφορά στο πώς το επηρεάζουμε προσπαθώντας να το ελέγξουμε.
Με λίγα λόγια, από τον εαυτό μας να ξεφύγουμε δε μπορούμε. Και ενώ θα μπορούσα δεκάδες εξηγήσεις και ψυχολογικές δυναμικές να παραθέσω επί τούτου, προς το παρών αφήνομε στη πέννα του Καβάφη, που για όλα αυτά γενναιόδωρα χαρίζει πάντα τον εύστοχο λόγο του.

Βασίλης Αντωνάς


Η Πόλις

Είπες• «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Εφημερίδα Κηφισιά, 2010

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Φάτα Μοργκάνα*


Για μια μεσοδευτεριάτικη ανατριχίλα σε κάθε λέξη…ένα ταξίδι με τη φωνή και τη μουσική της Κωχ και τις ανεξίτηλες εικόνες του Καββαδία…και μια πρώτη στροφή που κάποιοι από εμάς θα χρειαζόντουσαν χίλιες ζωές για να συλλάβουν και που αγκαλιάζει Θεό, γυναίκα και θάλασσα με μια ανάσα.

http://www.youtube.com/watch?v=g9iiK7q2RC4&feature=related

Από το ποίημα παραθέτω μόνο τις τρεις πρώτες στροφές που μελοποιήθηκαν…γυρέψτε το υπόλοιπο στο Τραβέρσο (1975)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

*Μαρίζα Κωχ σε στίχους Νίκου Καββαδία

Περί Αξιοπρέπειας

Για Έλληνες που έχουν "παραδώσει":

Ο νεαρός Καζαντζάκης τρέχει να ανταμώσει το πατέρα του, μια βραδιά που κατακλυσμική βροχή καταστρέφει την απλωμένη σταφίδα –«μόχτος της χρονιά»- του χωριού στη Κρήτη:

Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν τη Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι της και στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω από τις ελιές στο κάθε αμπέλι.

…βιαζόμουν να δω τι θα’ κανε ο πατέρας μου• θα’ κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι ακίνητος και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του όρθια η μάνα μου έκλαιγε.
-Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
-Εμείς δε πάμε μου αποκρίθηκε• σώπα!
Ποτέ δε ξέχασα τη στιγμή ετούτη• θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα• αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε• ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Νίκος Καζαντζάκης-Αναφορά στο Γκρέκο

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

mercurius: χθες του αύριο*


Για τη χούφτα των ανθρώπων που ρώτησαν που πήγαν τα ποιήματα που ανέβασα το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 2010: Αποτελούν τώρα ποιητική συλλογή σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, το οποίο βρίσκεται πλέον με τον ιδιοκτήτη του.
Στο προσεχές μέλλον, ως επί το πλείστον, θα κλέψω από τη σοφία των Καζαντζάκη (Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Αναφορά στο Γκρέκο), Νίτσε (Τάδε έφη Ζαρατούστρας και Ανθρώπινο, Υπερβολικά Ανθρώπινο), διαφόρων και διαφορετικών Ελλήνων ποιητών όπως Καβάφης, Καββαδίας και Παπαδόπουλος. Τέλος, κάποιες φορές μπορεί να δημοσιεύσω συνδέσμους για δημιουργίες Ελλήνων συνθετών όπως Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Χατζιδάκης, Λοΐζος αλλά και Τσιτσάνης, Καλδάρας, Πάνου κλπ

B.A.


*mercurius: yesterday's tomorrow.
For the handful of you who enquired about the poems I uploaded in February and March 2010: They now comprise a poetry collection and their owner has the one and only available copy.
For the foreseeable future I will mostly plagiarise wisdom from Kazantzakis (Zorba the Greek and Report to Greco), Nietzsche (Thus Spoke Zarathustra and Human All, too Human) as well as a diverse selection of Greek poets such as Cavafy, Kavadias and Papadopoulos. Finally I may at times post links to creations of Greek composers such as Theodorakis, Xarhakos, Hatzidakis, Loizos and even Tsitsanis, Kaldaras, Panou etc

V.A.

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Περί Θράσους, Δειλίας και Ανωνυμίας στο Διαδίκτυο


Στην εποχή μας η ανάληψη πρωτοβουλίας, ευθύνης, ρίσκου και αρμοδιότητας –των ουσιαστικών δηλαδή χαρακτηριστικών του Ηγέτη-, έχει καταστεί ένα σπάνιο και δυσεύρετο φαινόμενο. Φυσικό είναι αυτή η πραγματικότητα της κοινωνικοπολιτικής αρένας να αντικατοπτρίζεται στο ιντερνέτ. Στο ιντερνέτ μάλιστα, κάποια δειλά (και φυσικά πληγωμένα) ανθρωπάκια έχουν και την ευκαιρία να κρυφτούν πίσω από την ανωνυμία τους. Έτσι πέρα από το ότι δε παράγουν έργο και δε συνδράμουν σε οποιαδήποτε εξέλιξη, παρά μόνο σαπίζουν μέσα στη μίζερη ζωή τους, τους δίνεται και η ευκαιρία να κρίνουν κάποιους που προσπαθούν να το κάνουν, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της κατηγορίας ανθρώπων, είναι οι λεγόμενοι “internet bullies” (τρομοκράτες του διαδικτύου). Τους συναντάμε σε chat rooms να προσβάλλουν ασύστολα το πιο εύκολο θύμα. Σε διαδικτυακά παιχνίδια να δημιουργούν κλίκες. Σε blogs να καταδιώκουν με τιποτένια σχόλια (τα οποία συνήθως χαρακτηρίζονται και από έλλειψη φαντασίας) και εμμονή τον εκάστοτε αρθρογράφο. Μερικές φορές δυστυχώς πετυχαίνουν το στόχο τους και το μίσος τους έχει οδηγήσει κάποιους άτυχους συνανθρώπους μας μέχρι και στην αυτοκτονία.
Κάποιοι ίσως να σκεφτούν πως αυτά τα παράσιτα δεν επιτελούν κανένα σκοπό. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Κάποιες φορές, από μία τέτοια δοκιμασία ο παραλήπτης μπορεί να βγει πιο δυνατός, όπως και σε παρόμοια σενάρια της πραγματικής ζωής. Άλλες φορές υπάρχει και η περίπτωση μέσα από τον οχετό και το βούρκο της ψυχής τους, να μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας. Τέλος, δίνουν σε μερικούς από εμάς την ευκαιρία να γράψουμε κάτι στο blog μας, από το οποίο ίσως να ωφεληθεί κάποιος συνάνθρωπός μας• και για αυτό τους ευχαριστούμε.

B.A.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Περί Συγχώρεσης


Στο τζάμι του αυτοκινήτου μου, με περίμενε ένα ενδιαφέρον μήνυμα σήμερα το πρωί, στη μορφή δισέλιδου εκκλησιαστικού έντυπου. Παρουσίαζε το θέμα της συγχωρητικότητας, αναφερόμενο σε τοποθετήσεις του ιερού Χρυσόστομου. Παρακάμπτοντας τα κομμάτια τα οποία δεν κατανοώ απολύτως (όπως για παράδειγμα το πώς το να συγχωρούμε και να δεχόμαστε συγχώρεση είναι «ξεκάθαρη απαίτηση του Θεού»), έφτασα στο σημείο το οποίο με ενδιέφερε περισσότερο, και ως ψυχοθεραπευτή και ως οργανωτικό σύμβουλο. Το σημείο αυτό, αναφερόταν στις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της συγχώρεσης. Παραβλέποντας τα κομμάτια περί "ατελούς φύσης, ενοχής και αμαρτίας", κατέληξα σε αποφθέγματα, τα οποία παρατιθέμενα σε μορφή καθοδηγητικής αρχής, μπορούν να αποβούν χρήσιμα για όλους μας:
«…κάποιες φορές υποκαθιστούμε τη συγχώρεση με τη περιφρόνηση και την κρυμμένη εχθρότητα. Κάποιες άλλες φορές, θέτουμε στη συγγνώμη μας όρια και προϋποθέσεις, κρατούμενα και υπολογισμούς».
Σαν ψυχοθεραπευτής, στο παραπάνω αναγνώρισα το φαινόμενο της παθητικής επιθετικότητας συνδυασμένο με την ανάγκη αυτοδίκαιης κατάληψης ηθικής υπεροπλίας. Όπως σαφέστατα υπονοεί και το κείμενο, δε πρόκειται περί συγχώρεσης αλλά περί εκδίκησης με το πλεονέκτημα του «φαίνεσθαι». Το φαινόμενο αυτό το συναντάμε συχνά σε δυαδικές σχέσεις, όπου το λάθος του ενός δίνει το δικαίωμα της παρατεταμένης ομηρίας στον έναν και την υποχρέωση της συναισθηματικής υποδούλωσης στον άλλον.
Σαφώς πιο αισιόδοξο, το επόμενο μήνυμα αναφέρει: «Η συγχωρητικότητα είναι η πληγωμένη αγάπη που δίνει πάντα ευκαιρίες για μία καινούργια αρχή».
Ομολογώ πως διατηρώ και επαγγελματικά και προσωπικά κυνική και επιφυλακτική στάση σε σχέση με τη χρησιμότητα της «συγγνώμης». Αρχικά ενίσταμαι στη ταπείνωση που πρέπει να υποστεί ο ένοχος. Ταυτόχρονα όμως, αδυνατώ ως επί το πλείστον να αντιληφθώ τι θα αλλάξει από το λάθος ή από το κακό που έχει γίνει και έτσι επικεντρώνομαι περισσότερο στο αντικείμενο της βελτίωσης μέσα από τη κατανόηση του τι έχουμε κάνει λάθος. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, αυτό βασίζεται στους πυλώνες της ανατροφοδότηση, της βελτίωσης της αποδοτικότητας και της θέσπισης κοινού στόχου και οράματος. Ο συγγραφέας όμως, εδώ μας αποκαλύπτει και μία ακόμα, σχεδόν συνταρακτική διάσταση του θέματος, που δεν είναι άλλη από την εδραίωση σχέσεων εμπιστοσύνης. Η συγχώρεση λοιπόν, για να το θέσω με πεζούς όρους που εγώ καταλαβαίνω καλύτερα, δρα και ως ανανέωση συμβολαίου.
Πλούσιo λοιπόν σε μηνύματα , παρόλο το μικρό του μεγέθους του το δισέλιδο αυτό έντυπο. Από όλα αυτά όμως, εμένα κάτι μου λείπει. Στις προϋποθέσεις και τις συνέπειες θα είχα τη ψυχαναλυτική επιθυμία (ίσως και απαίτηση) να αφιερωνόταν και λίγος χώρος για τα κίνητρα. Αυτό ελπίζω να μας δοθεί η ευκαιρία να το κάνουμε σε μελλοντικό άρθρο, ούτως ώστε να επιχειρήσουμε μία πιο εμπεριστατωμένη προσέγγιση σε ένα θέμα το οποίο τελικά είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι φαντάζει στις μέρες μας.

Βασίλης Αντωνάς
Εφημερίδα Κηφισιά 2010

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Roger the Clown





…here is a good one that an old friend shared with me over the weekend.

A man goes to the doctor…”Doctor, I am not feeling too good…I have no friends, my girlfriend left me and I can’t drag myself out of bed in the morning…I think I am depressed”!
“You are in luck” says the doctor…”…the circus is in town and every night, Roger the clown is part of their show. He is very funny and no doubt, he will cheer you up. He cheers everybody up”!
“You see doctor…that is the problem. I am Roger”.