Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Περί Συνέπειας


Τελευταία έχω αναπτύξει μία ενοχλητική, τόσο για εμένα όσο και για τους άλλους φαντάζομαι, συνήθεια. Επαναλαμβάνω τον εαυτό μου δύο, τρεις και τέσσερις φορές. Στην αρχή ανησύχησα πως αναπτύσσω αλζχάϊμερ, μετά όμως συνειδητοποίησα πως, μπορώ να μετρήσω περίπου πόσες φορές το έχω κάνει (και έχω ανακαλύψει με τη βοήθεια συνεργάτιδάς μου πως ο μέσος όρος μου είναι περίπου τρεις φορές) και δεύτερον δεν επαναλαμβάνω όλα τα πράγματα• επαναλαμβάνω μόνο όσα πράγματα προϋποθέτουν χρονικό και πρακτικό συντονισμό μεταξύ εμού και κάποιου άλλου.


Εν ολίγοις επαναλαμβάνω, αναπλαισιώνω, εκφράζω με δικές μου λέξεις (όπως θες πες το βρε αδερφέ) το μέρος της υποχρέωσης που έχει αναλάβει ο άλλος σε σχέση με εμένα ή σε σχέση με μία κοινή μας προσπάθεια, ελπίζοντας πως με έχει ακούσει. Από το τί ώρα θα συναντηθώ με κάποιον και το μέρος της συνάντησής μας, μέχρι το πότε θα επικοινωνήσει μαζί μου και το τί έχουμε συμφωνήσει να κάνει• και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι, πέρα από το γεγονός πως είμαι κάπως ψυχαναγκαστικός με τη συνέπεια, το χρόνο και την ακρίβεια, τί ευθύνεται για αυτή μου την εμμονή• και το ανακάλυψα• μέσα σε δύο δευτερόλεπτα:

Ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που κάνουν αυτό που λένε όταν λένε πως θα το κάνουν. Στην αρχή προσπάθησα να εξετάσω και μία δεύτερη θεωρία, το αν δηλαδή τα πράγματα που έχουν να κάνουν μαζί μου, είναι τα λιγότερο σημαντικά, ο νόμος των πιθανοτήτων, όμως, το καθιστά αυτό (λόγω της μονιμότητας του φαινόμενου) απίθανο. Και έτσι αποφάσισα να μην προσθέσω την παράνοια στο ήδη εκκολαπτόμενο αλζχάϊμερ.

Μετά προσπάθησα να βρω μία λύση, και ως οργανωτικός σύμβουλος αποφάσισα πως αν καθιστώ τους γύρω μου συν-υπεύθυνους για αυτό που έχουμε αναλάβει, ή έστω αν βεβαιώνομαι πως πάντα υπάρχει αμοιβαίο όφελος, τότε θα γίνουν πιο συνεπής. Και αυτή όμως η θεωρία καταρρίφτηκε όταν ανακάλυψα πως κάποιοι αργούσαν ή δεν έρχονταν σε συναντήσεις που λάμβαναν χώρο προς όφελός τους (και τις οποίες είχαν ζητήσει), ή δεν εμφανίζονταν για να… πληρωθούν για παράδειγμα.

Πειραματίστηκα και με το να μην κάνω τίποτα μέχρι ο άλλος να εκπληρώσει το δικό του μέρος της υποχρέωσης, και αυτό όμως είχε τις δυσκολίες του, διότι αν και ζημιωνόμασταν και οι δύο με κάποιο τρόπο από αυτή την καθυστέρηση, αυτό δε φαινόταν να αλλάζει κάτι.

Και έτσι κατέληξα σε δύο συμπεράσματα: Πρώτον, την ασυνέπεια την έχουμε στο αίμα μας σα λαός, και πιθανολογώ πως πηγάζει από κάποιο είδος παθολογικής υπεροψίας και ασέβειας προς τους γύρω μας (όπως είπα, όμως, δε θα ρισκάρω να παραθέσω καταληκτικές διαγνώσεις)…και δεύτερον, το μεγαλύτερο προσόν που μπορεί να έχει κάποιος στην Ελλάδα, αυτό με τη μεγαλύτερη αξία λόγω της σπανιότητάς του σε προσωπικό, επαγγελματικό και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, είναι η συνέπεια.

Δεν είναι ούτε το ταλέντο, ούτε η εξυπνάδα, ούτε τα λεφτά, ούτε οι ιδέες, ούτε η «χαριτωμενιά». Και όταν το καταλάβουμε αυτό όλοι και αρχίσουμε να το εκτιμάμε, να το ανταμείβουμε και να σεβόμαστε ο ένας το χρόνο και τα σχέδια του άλλου, ή απλά να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, τότε ίσως να σταματήσει να φταίει ο «Άγνωστος Ελληνάρας» για όσα δεν έγιναν, να μας τελειώσουν οι δικαιολογίες και κάπου να καταλήξουμε με αυτή την αναξιόπιστη ιδέα που κάποτε ονομάζαμε Ελλάδα και τώρα έχει καταντήσει σαν τον Πύργο του Κάφκα.

Βασίλης Αντωνάς
(Εφημερίδα Κηφισιά 2010)

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ κε Αντωνά, θίγετε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που αποτελεί πηγή απογοήτευσης, έντονου προβληματισμού και ενόχλησης και δείχνει να είναι σημείο των καιρών ή ακόμα χειρότερα, κομμάτι της κουλτούρας μας, όπως πολύ σωστά συμπεράνατε. Θα εκτιμούσα πολύ τον αντίστοιχο σχολιασμό σας για τη συνέπεια, σε σχέση και με την εικόνα που δημιουργούμε στους γύρω μας και κατα πόσο είμαστε συνεπείς σε αυτήν μέσω των πράξεών μας. Σε μία συζήτηση που είχα με μία φίλη για αυτό το ζήτημα, ανέφερα το αγαπημένο σχόλιο πολλών τελευταία, «Κάνεις προβολές» και η αυθόρμητη απάντησή της ήταν «Πάλι εμείς φταίμε?» και θα προσθέσω «Πάλι εμείς οι ρομαντικοί, οι ονειροπόλοι, οι καλοπροαίρετοι?». Κατά πόσο είναι δίκαιη μια τέτοια ερμηνεία για τους ευατού μας? Μήπως τελικά πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο και όχι απλώς για μια ακόμη δική μας λάθος επιλογή? Σας ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων για το χρόνο σας!

Βασίλης Αντωνάς είπε...

Χαιρετώ, σας ευχαριστώ για το σχόλιο και συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντηση…πολλά και πολυδιάστατα τα ερωτήματα σας.
Αναφέρεστε αν έχω καταλάβει καλά στο στοιχείο της ακεραιότητας, το οποίο χαρακτηρίζει εναρμόνιση λόγου, στάσης, τάσης και πράξης. Αυτό προϋποθέτει πειθαρχεία και στιβαρές αρχές…τελειότητα ας μην περιμένουμε, ο αναμάρτητος όμως πρώτος το λίθο βαλέτω.
Αναφέρεστε και στο φαινόμενο της προβολής, όπου ασυνείδητα εντοπίζουμε και επισημαίνουμε χαρακτηριστικά μας (συνήθως αρνητικά) σε άλλους ανθρώπους. Είναι σχεδόν βέβαιο, πως τα πράγματα που μας εκνευρίζουν υπερβολικά στους άλλους αποτελούν κάποιο κομμάτι του εαυτού μας.
Τέλος αναφέρεστε στο κατά πόσο η θετική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και κατά πόσο τα κίνητρά μας είναι τόσο αγνά και ανιδιοτελή όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Ο Γιουνγκ και ο Καζαντζάκης μας καλούν στο πάντρεμα του καλού και του κακού, του άσπρου και του μαύρου, μέσα από την εξερεύνηση της σκιάς μας, του σκοτεινού μας.
Αντιλαμβάνεστε πως δεν μπορώ να καλύψω τόση απόσταση σε ένα σχόλιο, επιφυλάσσομαι, όμως να ασχοληθώ με αυτά τα θέματα μελλοντικά, και συγκεκριμένα πιο άμεσα με το τελευταίο (δηλαδή το πόσο τελικά επιτηδευμένη ή ανεπιτήδευτη είναι η προσπάθειά μας να προβάλλουμε έναν καλό εαυτό προς τα έξω, σε σημείο που να το πιστεύουμε και οι ίδιοι, σαν ρόλο, σαν persona όπως θα έλεγε και ο Γιουνγκ)…ελπίζω να έχω καταλάβει επαρκώς την τοποθέτηση σας. Και πάλι ευχαριστώ για τα ερεθίσματα.