Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Η Τραγωδία του Αίαντα



*«Τρωικός πόλεμος. Ο Αχιλλέας χάνει τη ζωή του χτυπημένος από το βέλος του Πάρι, στο μοναδικό, τρωτό του σημείο. Την φτέρνα. Τα όπλα του αποτελούν λάφυρο και αναγνώριση αντρείας σε όποιον επιλεγεί από το συμβούλιο να τα κληρονομήσει. Οι Έλληνες, με αμφιβόλου αξιοκρατίας διαδικασίες,  επιλέγουν τον Οδυσσέα. Ο Αίαντας, ο κατά γενική ομολογία γενναιότερος όλων, θίγεται ανεπανόρθωτα. Εξοργισμένος, μέσα στη νύχτα εξαπολύει φονική επίθεση κατά των Ελλήνων ηγετών με κύριους στόχους τους Ατρείδες, Αγαμέμνων και Μενέλαο και τον Πολυμήχανο. Η Θεά Αθηνά, προστάτιδα του Οδυσσέα, παρεμβαίνει και τον παραπλανεί. Το ξίφος του, (δώρο του μισητού ηγέτη των Τρώων, Έκτορα) βρίσκει στόχο στα κοπάδια των ζώων. Όταν συνέρχεται, καταλαμβάνεται από απαράμιλλη ντροπή. Παρόλες τις προσπάθειες των αντρών του και της γυναίκας του Τέκμησσας, να τον μεταπείσουν, παίρνει ο ίδιος τη ζωή του. Οι Ατρείδες αρνούνται να επιτρέψουν την ταφή και διαπληκτίζονται έντονα με τον αδερφό του νεκρού, Τεύκρο. Με παρέμβαση του Οδυσσέα, η ταφή γίνεται τελικά επιτρεπτή».

Παρασκευή βράδυ, εικοσιτέσσερις ώρες πριν να επισκεφτώ την Επίδαυρο για να δω την τραγωδία του Σοφοκλή από κοντά. Μια τραγωδία που από καιρό ήθελα να παρακολουθήσω και για την οποία έχω διαβάσει πολλές και εξαιρετικές αναλύσεις, από κοινωνιολογικές και πολιτικές μέχρι ψυχολογικές και στρατιωτικές. Είναι σαν να την έχω ήδη δει και νοιώθω έτοιμος να αποστάξω τις έννοιες και τα μηνύματα σε πολλαπλά επίπεδα˙ και έτσι παραθέτω σε καλό μου φίλο, ο οποίος λόγω καταγωγής γνωρίζει περισσότερα για τον Σαίξπηρ και τον Μάκβεθ παρά για τον Σοφοκλή και τον Αίαντα, δανεικές, «ανατριχιαστικές» λεπτομέρειες.

Το Ερώτημα: Μα γιατί...

«Μα γιατί δεν έδωσαν τα όπλα στον Αίαντα;»

Πάυση. Τον κοιτώ σαστισμένος. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως κάπου θα το έχει πάρει το μάτι μου κι αυτό ή πως τουλάχιστον θα μπορέσω, ως συνήθως να αυτοσχεδιάσω. Εις μάτην. Τίποτα επαρκώς πειστικό ή τεκμηριωμένο δεν προκύπτει. Η ελεύθερη και απελευθερωμένη ματιά ενός παρατηρητή που έχει το προνόμιο να είναι μέσα και ταυτόχρονα έξω από την Ελληνική τραγωδία (αρχαία και σύγχρονη) έχει χτυπήσει τη δική μου Αχίλλειο. «Δεν έχω ιδέα», ομολογώ. Ελπίζω πως η παράσταση θα με διαφωτίσει.

Σαββατόβραδο, κοντά μεσάνυχτα. Ο Νίκος Κουρής (ως Αίαντας) και η Μαρία Πρωτόπαππα (ως Τέκμησσα) μόλις έχουν ζωντανέψει την τραγωδία με τρόπο συνταρακτικό, έχοντας ικανοποιητική υποστήριξη από τον υπόλοιπο θίασο. Η ερμηνεία τους δεν μου αφήνει περιθώριο, δικαίωμα να μην βρω μία κάποια απάντηση στο ερώτημα. Ανατρέχω πάλι σε αναλύσεις, παλιότερες αλλά και του σκηνοθέτη, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου:  «Το «πολιτικό» υπερισχύει της «ανδρείας»˙ «Δεν υπάρχει χώρος για ήρωες»˙ «Ο Αίαντας είναι προορισμένος για αυτοκαταστροφή». Αυτό το τελευταίο, σαν να πηγαίνει κάπου... «Ο Αίαντας είναι προορισμένος για αυτοκαταστροφή». Αυτό το τελευταίο, σαν να προσπερνάει για λίγο λόγους, γεγονότα και αφορμές, σαν να παραμερίζει τα κοινά και τα «άδικα», σαν να αγνοεί τους «κακούς» Ατρείδες, τον «πονηρό» Οδυσσέα και την συμπαντική εγκύκλιο περί δύναμης και επικεντρώνεται στον Αίαντα και στον Αίαντα μονάχα˙ και μονάχο («ωραία μονάχο» όπως διηγείται ο ίδιος στον μονόλογο που ανοίγει την παράσταση).

 Ερώτημα ΙΙ: Περί Σωτηρίας

Ξαφνικά, το περισκόπιο κατεβαίνει, οι υπόλοιποι χαρακτήρες μετατρέπονται σε εσωτερικές, ενδοψυχικές, αρχετυπικές προεκτάσεις του ήρωα και μπορούμε χωρίς θορύβους, άλλοθι, αποπροσανατολιστικές διηγήσεις και υπό-ιστορίες να εστιάσουμε στον ήρωα. Το ερώτημα αλλάζει, μεταλλάσσεται.

«Πως κατάφερε ο Αίας να μην πάρει τα όπλα»;

Λίγες οργιές πιο βαθιά, παίρνει την τελική του μορφή:

«Πως κατάφερε ο Αίας να σιγουρέψει τον θάνατο του»;

...και σε τελική ανάλυση, «πως αφαίρεσε από τον εαυτό του το δικαίωμα να σωθεί»;

Αίαντας και Κοσμοθεωρία

Πριν μπορέσουμε να πραγματευθούμε αυτό το ερώτημα, είναι σημαντικό να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε την κοσμοθεωρία του Αίαντα. Η κοσμοθεωρία, ή αλλιώς επιστημολογία αποτελείται από τις βαθιές μας πεποιθήσεις, περιοριστικές και μη, όσον αφορά στο «πως γυρίζει η γη». Η ανακάλυψη της συνήθως αποτελεί αντικείμενο εργασίας για μια ζωή (μέσω ψυχανάλυσης, ενδοσκόπησης, κακουχίας και γενικότερου ψυχανεμίσματος). Οι ρίζες της βρίσκονται στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, όπου το κοντινό μας περιβάλλον (κυρίως το οικογενειακό) μας εμποτίζει άμεσα (δηλαδή μέσω προσταγών και επιταγών) ή έμμεσα (δηλαδή δια του παραδείγματος) με τους βασικούς κανόνες ύπαρξης.

Εάν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτούς τους κανόνες για τον εαυτό μας μία φορά, είναι πολλαπλάσια δύσκολο να τους αποκρυπτογραφήσουμε για άλλους. Ειδικά εάν αυτοί δεν βρίσκονται πλέον μαζί μας και εάν οι πληροφορίες που έχουμε για αυτούς είναι αποσπασματικές και μετρούν περίπου τρεις χιλιετίες. Παρόλαυτα και με μεγάλη δόση αυθαιρεσίας, μπορούμε να εικάσουμε πως η κοσμοθεωρία του Αίαντα καθορίστηκε κυρίως από τον πατέρα του, τον βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα, ο οποίος ήταν ένδοξος και πολυνίκης πολεμιστής με εμπλοκή στην Αργοναυτική εκστρατεία και κοντινές σχέσεις με τον Ηρακλή. Σύμφωνα με τον μύθο, κατά τη γέννηση του Αίαντα, ο Ηρακλής τον τύλιξε σε προβιά λιονταριού (ενώ ψηλά πετούσε ένας αετός), καθιστώντας τον άτρωτο παντού, εκτός από τις μασχάλες. Θα ήταν σχετικά ασφαλές λοιπόν, σε αυτό το σημείο και χωρίς να εισχωρήσουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, να υποθέσουμε πως η επιταγή που ο Αίαντας είχε να εξαργυρώσει, ήταν να είναι γενναίος  αλλά ταυτόχρονα και νικηφόρος (και αυτά τα δεσμά περνάει και στον δικό του γιο, λίγο πριν αυτοκτονήσει), δεδομένου του ότι τα περιθώρια να επιλέξει οποιονδήποτε άλλο δρόμο, είχαν πλέον αποκλειστεί. Επιπροσθέτως, έχοντας δεχτεί το «δώρο» του Ηρακλή, θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε, πως οποιαδήποτε έκκληση ή παράκληση για βοήθεια, για συντροφικότητα, στήριξη και συνεργασία θα αποτελούσε προσβολή  και εξευτελισμό. Alea Ecta Est.

Ερώτημα ΙΙΙ: Είναι ο Αίαντας Ήρωας;

Ο Αίαντας λοιπόν, είχε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει ήρωας και κατά κάποιον τρόπο, το κατόρθωσε τουλάχιστον σε τραγικό επίπεδο. Κάπου εδώ όμως, το πράγμα «σκαλώνει», διότι δύο βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων, είναι πως πολεμούν για να σώσουν κάποιον άλλο ή προς χάριν κάποιου απώτερου σκοπού και πως οι περιστάσεις στις οποίες εμπλέκονται καθορίζονται πρωτίστως από τη μοίρα και όχι από τους ιδίους. Αυτές οι δύο συνθήκες, δεν ικανοποιούνται πλήρως στην περίπτωση του Αίαντα. Ο «ήρωας» μας πολεμά πρωτίστως για την ατομική του δόξα και τελειότητα (ή αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς για να αποφύγει την ντροπή, την γελοιοποίηση του να μην πολεμά) και έχει ο ίδιος επιλέξει να βρίσκεται στην Τροία, όχι από πολιτική σκοπιμότητα, ανάγκη  ή αφοσίωση (μια και σαν ατομική ύπαρξη δεν τον απασχολεί η πολιτική αλλά ούτε και η συσχέτιση), αλλά για να εκπληρώσει τον ατομικό του...ψυχαναγκασμό. Και κάπου εδώ εισάγεται μία σκληρή και βάναυση πραγματικότητα: Παρότι ο Αίαντας δρα ηρωικά, επί της ουσίας δεν είναι ήρωας, δεν υπηρετεί κάποιους και δεν εξυπηρετεί κάποιον ανώτερο σκοπό πέρα από τον αυτοσκοπό του πολέμου. Ως εκ τούτου είναι αναλώσιμος, η αυτοθυσία του δεν χρήζει δόξας και ανταμοιβής από τους εκάστοτε κριτές και ισχυρούς και σε απόλυτη αντίθεση με τον Οδυσσέα, είναι, καθιστά ο ίδιος τον εαυτό του, αναλώσιμο. Και αυτή η πραγματικότητα, απαντά για εμένα το πρώτο ερώτημα όσον αφορά στο γιατί οι Έλληνες δεν του έδωσαν τα όπλα.

Δεν διαφωτίζει όμως πλήρως το πως ο ίδιος κατόρθωσε να εκμηδενίσει οποιεσδήποτε ελπίδες είχε να σωθεί.

Η «Αχίλλειος» Μασχάλη του Αίαντα

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την πορεία του Αίαντα προς την αυτοχειρία, είναι σημαντικό να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά τα οποία δεν διέθετε και τα οποία εν τέλει δεν τον έσωσαν. Ας ξεκινήσουμε όμως από κάτι πιο εύκολο, δηλαδή τα στοιχεία τα οποία τον όριζαν. Τα στοιχεία αυτά, ήταν η Αρετή και η Τόλμη, τουλάχιστον όπως ο ίδιος τα ερμήνευε. Ως γνωστόν, η Αρετή και η Τόλμη είναι απαραίτητα για την Ελευθερία˙ και η απόλυτη ελευθερία είναι ο θάνατος (εξού και το «ελευθερία ή θάνατος», τα οποία αποτελούν πόλους του ίδιου αρχέτυπου και ως εκ τούτου τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος).

Η ελευθερία όμως, μπορεί και να συνεπάγεται απομόνωση και ως εκ τούτου ασχεσία. Στην περίπτωση του Αίαντα, δεν έχω σχεδόν καμία αμφιβολία πως αυτά τα δύο πήγαιναν μαζί, όχι μόνο όσον αφορά στις σχέσεις του με τους γύρω του αλλά και όσον αφορά στις σχέσεις του με τον εαυτό του.

Η Μοναξιά της Ασχεσίας

Η αδυναμία να συσχετιστούμε με τον εαυτό μας, αναγκάζει τους γύρω μας, εξισορροπιστικά, ακούσια, να αναλάβουν να διεκπεραιώσουν λειτουργίες για τις οποίες εμείς είμαστε ανίκανοι. Στην τραγωδία του Σοφοκλή, αυτή η διαδικασία σκιαγραφείται επιμελώς μέσω των υπολοίπων χαρακτήρων. Έτσι η γυναίκα του, Τέκμησσα, αναλαμβάνει να εισάγει το θηλυκό (anima) για να εξισορροπήσει το μονοδιάστατο, επιβλητικό αρσενικό (animus) κομμάτι του Αίαντα, εκλιπαρώντας τον να την λυπηθεί και να σκεφτεί το μέλλον της χωρίς αυτόν (στο οποίο ο απόλυτα αρσενικός Αίαντας, αποσαφηνίζει πως η σιωπή είναι στολίδι για την γυναίκα)˙ Ο Αγαμέμνωνας, απερίφραστα παραθέτει την σκληρή, άκομψη και άσχημη υπεροψία, το άδικο και το κακό (shadow), όταν αρνείται την ταφή του νεκρού˙ ο αδερφός του, Τεύκρος αναλαμβάνει να διαπραγματευτεί το θέμα της ταφής, κάτι που ο Αίαντας δεν θα έκανε ποτέ (αξίζει να σημειωθεί πως το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης του Αίαντα με τους υπόλοιπους Έλληνες, όσον αφορά στα όπλα, δεν αποτελεί ποτέ πιθανότητα). Ο Οδυσσέας, το απόλυτο πολικό στοιχείο του Αίαντα, αλλά και ο πιο ολοκληρωμένος, εξατομικευμένος (individuated) Ομηρικός χαρακτήρας, εξισορροπεί την κατάσταση και όχι μόνο κρατάει τα όπλα και την εύνοιά όλων αλλά επιφέρει και την τελική λύση, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη θέση του. Οι άντρες του Αίαντα, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας εκφράζουν πότε την ελπίδα και πότε την θλίψη για τον χαμό του ηγέτη τους. Η μόνη περίπτωση, στην οποία ο Αίαντας παρεκλίνει, μερικώς, από την πορεία του, είναι όταν λίγο πριν αποχωρήσει για την τελική πράξη της ζωής του, απαγγέλει κάλπικο λόγο και προσποιείται πως ασπάζεται την παντοδυναμία των Θεών και την αγάπη για τη ζωή. Αυτό το ψέμα, το δόλιο κόλπο, το οποίο θα μπορούσε να ήταν πράξη του Οδυσσέα, (trickster) δεν αποσκοπεί σε τίποτα περισσότερο από το να ελευθερώσει το πεδίο προς τον Θάνατο˙ και ως εκ τούτου, λίγο έως πολύ, αποτελεί μέρος της γενικότερης, μοναξιάς, απομόνωσης, αυτοκαταστροφικότητας και αρτηριοσκλήρωσης του ήρωά μας. 

Στο Υπόγειο Κελί 

 Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, λοιπόν,  σπεύδουν, μέσω προβλητικής ταύτισης (το φαινόμενο του να νιώθουμε, να βιώνουμε και αποζημιωτικά να εκφράζουμε αυτό που ο άλλος αρνείται να νιώσει να παραδεχτεί και να ορίσει ως δικό του) να ολοκληρώσουν, να συμπληρώσουν αυτόν τον εμβληματικά μονοδιάστατο και ακρωτηριασμένο χαρακτήρα, ο οποίος πέρα από οργή, ναρκισσιστική επί της ουσίας οργή, και έκπληξη που το σενάριο του και η κοσμοθεωρία του δεν υποτάσσονται στο ξίφος του, δεν καταφέρνει να διαθέσει οποιεσδήποτε εναλλακτικές στον εαυτό του. Αυτή είναι η τραγωδία και όχι ο θάνατος. Αυτή ακριβώς η έλλειψη, αυτή η εσωτερικά θεσμοθετημένη απομόνωση, η στατιστικά μη αναστρέψιμη και μη ανατρέψιμη πορεία θανάτου ευθύνεται για την αδυναμία του Αίαντα να αποτρέψει το μοιραίο τέλος ˙ και ταυτόχρονα, παρηγορητικά, με αναστεναγμό εξιλέωσης του προσδίδει μια νότα μοιραίου, χαρίζοντας του ένα μικρό, σκοτεινό, υπόγειο κελί απομόνωσης στο παλάτι των ηρώων.


Βασίλης Αντωνάς

*Aias, Henri Serrur

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Ναρκισσιστικά Τραύματα


Ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των δίχρονων και τρίχρονων παιδιών (εκεί δηλαδή που η ανακάλυψη της αυτονομίας κίνησης και ύπαρξης βρίσκονται στο απόγειο), είναι να απομακρύνονται τρέχοντας από τη μητέρα τους (ή τον πατέρα τους), μερικώς με σκοπό να εξερευνήσουν τον κόσμο και τα όρια της αυτονομίας τους αλλά κυρίως για να δοκιμάσουν τα όρια της ασφάλειας που αυτή τους παρέχει. Δηλαδή να δουν πόσο μακριά θα πάνε μέχρι να αναγκαστεί η μητέρα να τα κυνηγήσει. Για αυτό τον λόγο ακριβώς, γυρνούν κάθε λίγο το βλέμμα προς αυτήν. Η κλιμάκωση αυτής της συμπεριφοράς εκφράζεται και βίαια μερικές φορές, όταν το παιδί σπρώχνει, χτυπάει και γρατζουνάει και πάλι για να αξιολογήσει πόσο ασφαλής είναι στην αγκαλιά της μητέρας του αλλά και στον κόσμο γενικότερα.

 Άλλωστε είναι βαθύ το τραύμα της συνειδητοποίησης πως οι γονείς δεν είναι απλά φυσική προέκτασή μας (περίπου στους έξι μήνες), πως ασχολούνται και με άλλα πράγματα στον κόσμο (λίγο μετά το ένα έτος) και πως τελικά είναι αδύνατον το σύμπαν να είναι επικεντρωμένο αποκλειστικά στο να ικανοποιεί τις ανάγκες μας (κοντά στα δύο έτη). Αυτή η συνειδητοποίηση αφήνει σε όλους μας αρχικά  ένα ναρκισσιστικό τραύμα που κλονίζει την εμπιστοσύνη μας και το οποίο ακολούθως εξελίσσεται σε ναρκισσιστική οργή. Η τοποθέτηση λοιπόν της πιτσιρίκας (ή του πιτσιρικά) είναι πως «εφόσον δεν είμαι και δεν ελέγχω τα πάντα γύρω μου, θα βρω τρόπους για να εκβιάσω φροντίδα και προσοχή και θα κρίνω το πόσο οι άλλοι με αγαπούν από το πόσο στωικά ανέχονται να τους κακοποιώ».

Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τους γονείς. Ενώ στις ηλικίες έως δύο ετών  είναι σημαντικό οι ανάγκες του παιδιού να ικανοποιούνται, στα επόμενα χρόνια, είναι σημαντικό να υπάρξει κάποια οριοθέτηση. Η επίτευξη ισορροπίας είναι δύσκολη. Άλλωστε ποιος θέλει να κακοκαρδίσει ένα πανέμορφο, γλυκό κοριτσάκι ή ένα ζωηρό, σκανδαλιάρικο αγοράκι;  Τα παιδιά, φυσικά, στηρίζοντα ενστικτωδώς σε αυτή την αδυναμία και την εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Όσο περισσότερο ενδίδει ή σιωπά η γονική φιγούρα τόσο περισσότερο σπρώχνουν τα όρια.

Αυτό φυσικά είναι αδύνατον να συνεχιστεί επ’ αόριστον, όχι μόνο επειδή κάποια στιγμή ο γονιός δεν αντέχει άλλο, αλλά κυρίως γιατί το παιδάκι κάπως πρέπει να προετοιμαστεί για την πραγματικότητα. Αλλιώς καταλήγει να είναι ένας κακομαθημένος, εγωπαθής ενήλικας, που αξιολογεί την αγάπη των άλλων βάσει του πόση κακοποίηση μπορούν να αντέξουν, αδιαφορεί για τις ανάγκες τους·  και φυσικά αισθάνεται προδομένος  όταν ο εκάστοτε  φίλος ή σύντροφος εξαντλημένος από τις συνεχείς δοκιμασίες αποφασίσει να εναποθέσει τον ήρωα μας στο «καρότσι» ή στην «κούνια» του, έστω και αν ο ίδιος το έχει ζητήσει ή προκαλέσει. Άλλωστε, η σαδιστική προδιάθεση αυτών των χαρακτήρων, εκτονώνεται όταν οι άλλοι παραμένουν υπομένοντας ή όταν στερούν από τους άλλους την παρουσίας και την αγάπη τους, ανταποδίδοντας επί της ουσίας, αυτό που νιώθουν πως τους συμβαίνει. (Μία μορφή προβλητικής ταύτισης, όπου όλα όσα δεν αντέχουμε στον εαυτό μας, βολικά τα «κρεμάμε» στους άλλους).   

Μερικές φορές είναι εύκολο να τους ξεχωρίσουμε. Είναι οι γοητευτικοί, χαρισματικοί και συνήθως όμορφοι τύποι και τύπισσες που περιφέρονται γύρω μας με μια χαριτωμένη, αγγελική παιδικότητα και κινούνται λες και τα πάντα τους ανήκουν.  Όταν τελικά καταφέρουν, συνήθως μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες να καταστρέψουν ή να απομακρύνουν τους γύρω τους, τότε βιώνουν εγκατάλειψη και προδοσία-ή αποχωρούν οι ίδιοι εν μέσω ναρκισσιστικής οργής με αίσθημα αυτό-δικαίωσης· ενώ επί της ουσίας πρόκειται για την πραγμάτωση αυτό-εκπληρούμενης και αυτό-οδηγούμενης προφητείας.

Βάσει της θεωρίας του Γιουνγκ και του συλλογικού ασυνείδητου, το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε να ισχύει και για μια ολόκληρη, πανέμορφη και γοητευτική μεν, κακομαθημένη και εγωπαθή δε χώρα.

Βασίλης Αντωνάς

  

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Οδύσσεια: Οι Σειρήνες και Άλλα Σύμβολα


Η Οδύσσεια αποτελεί αδιαμφισβήτητα, ένα από τα σημαντικότερα έργα όλων των εποχών και λίγοι είναι αυτοί, που μελετώντας την,  δεν θα εντοπίσουν παραλληλισμούς με την δική τους πορεία και τις προκλήσεις της ζωής τους. Αυτή είναι άλλωστε και η μαγεία της ραψωδίας, οι οποία βρίθει συμβολισμών, και παρασύρει τον ανήμπορο αναγνώστη στο να αναλογιστεί αλλά και να εντοπίσει πως οι περιπέτειες του πολυμήχανου, βασιλιά της Ιθάκης αντικατοπτρίζουν το δικό του, προσωπικό ταξίδι.

Ο Οδυσσέας, είναι τόσο ήρωας όσο και αντί-ήρωας και αυτό τον καθιστά αρχετυπικά ολοκληρωμένο, δεδομένου του ότι φιλοξενεί τόσο την φωτεινή όσο και την «σκιώδη» (shadow διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε αντίθεση λοιπόν με άλλους μυθικούς, ιστορικούς και λογοτεχνικούς χαρακτήρες, δεν παρουσιάζεται ως κατοικοεδρεύων σε μία και μοναδική πλευρά, όπως για παράδειγμα το απόλυτο καλό, το απόλυτο κακό, το απόλυτο σοφό, το παντοδύναμο, το απόλυτο ηθικό, το απόλυτο λάθος και ούτω καθεξής. Ο Οδυσσέας εκτός από πορθητής της Τροίας και λυτρωτής (ηρωική περσόνα)  είναι δέσμιος του πάθους του, της αδυναμίας του, της ανθρώπινης «ασκήμιας» του (όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στο «Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο» του Νίτσε αλλά και στον «Φάουστ» του Γκαίτε). Ως εκ τούτου, έχουμε να κάνουμε με έναν χαρακτήρα ολοκληρωμένο (εξατομικευμένο (individuated) σχεδόν) και όχι «ακρωτηριασμένο» ή μονοπολικό. Η ολοκλήρωσή του αυτή, ανοίγει πόρτες, πόρους και οπές και μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στον ψυχισμό του περιπλανώμενου βασιλιά με ευκολία, χωρίς ενδοιασμό, ντροπή, ψευδαισθήσεις ή υπεράνθρωπες απαιτήσεις από τον εαυτό μας και τον ίδιο· και ανεπιφύλακτα, αυθόρμητα, ανακουφιστικά, να ενδώσουμε και να αφεθούμε στην ταύτιση· και με αυτό τον τρόπο μας δίνεται η άδεια και το έναυσμα, για να μεταβολίσουμε, μέσα από το ταξίδι του, τις δικές μας, μοναδικές πληγές και περιπλανήσεις.

Μεγάλοι διανοητές και λογοτέχνες με έφεση προς το ολοκληρωμένο, το εξατομικευμένο και το ανθρώπινο και με κύρια θεματική την οδυνηρή πάλη (ενδοψυχική αλλά και καθημερινή) και αναμέτρηση με την ανθρώπινη υπόστασή, πραγματεύτηκαν, σφετερίστηκαν σχεδόν, την Οδύσσεια σε μια απόπειρα να ερμηνεύσουν και ίσως και να γλυκάνουν την υπαρξιακή  αγωνία· αλλά και τις ενοχές που συνοδεύουν την αποτυχία του να ολοκληρώσουμε τις διαπραγματεύσεις με την σκιά μας με τρόπο κατευναστικό, πριν πεθάνουμε. Οι δουλειές που δεν τελειώνουν (unfinished business), τα θέματα που δεν κλείνουν, τα ανοιχτά μέτωπα είναι ότι πιο βασανιστικό για την ψυχή του ανθρώπου· και η Οδύσσεια δεν τελειώνει ποτέ. Ποιος από εσάς, άλλωστε πίστεψε ποτέ πως μετά τη δολοφονία των μνηστήρων, οι περιπέτειες του Οδυσσέα έφτασαν στο τέλος τους;  Ο Καζαντζάκης σίγουρα όχι.

Ο Καζαντζάκης έγραψε την δικιά του «Οδύσσεια», κοιτώντας, πλάθοντας το μέλλον του Οδυσσέα, από τη στιγμή που ξανακέρδισε το βασίλειό του. Σε αυτό το ποίημα ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ακόμα λιγότερο ηρωικός και ανιδιοτελής («δίβουλος, μουλωχτός και καρδιοπλάνος»). Σε αντίθεση με την κοινή άποψη, στο ποίημά του ο Καζαντζάκης δεν αντιστρέφει το πρότυπο του ήρωα· απλά τοποθετεί έναν μεγεθυντικό, αποκαλυπτικό φακό, πάνω από χαρακτηριστικά τα οποία μας είναι ήδη γνωστά από το έπος του Ομήρου.

Ο James Joyce,  μεταφέρει τον «Οδυσσέα» από τα ηρωικά πεδία της μάχης και τις αναμετρήσεις με τα τέρατα των θαλασσών στο πρόσωπου ενός απλού Ιρλανδού στις αρχές του 20ου αιώνα και τα γεγονότα της ζωής του κατά τη διάρκεια μίας και μόνο ημέρας. Η μεταφορά, πολύ εύστοχα υπογραμμίζει πως Οδυσσέας είναι ο καθένας, οι Οδύσσειες μπορούν να κρατήσουνε από δέκα χρόνια μέχρι μερικές ώρες και οι χαρακτήρες και οι συνθήκες, γεωγραφικές, χρονικές και άλλες, παίζουν πολύ μικρό ρόλο, μια και όλα είναι μεταφορικά και μεταφερόμενα.

Ο Καβάφης, στη Ιθάκη, ενδεχομένως το πιο γνωστό του ποίημα, καταπιάνεται και αυτός με την υπαρξιακή ματαιότητα και το ανεκπλήρωτο αλλά και με τον συμβολισμό του έπους:

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Ο Καρλ Γιουνγκ, αυτός ο δεξιοτέχνης της αποκωδικοποίησης, αναφέρεται στην Κίρκη, την μάγισσα που μεταμόρφωνε τους άντρες σε γουρούνια, για να υπογραμμίσει το πόσο επιρρεπής, ευμετάβλητη και αδύναμη είναι η αντρική υπόσταση (animus-νους) απέναντι στην γυναικεία (anima-ψυχή), η οποία υποβοηθά την αποκάλυψη της σκοτεινής, «γουρουνίσιας»,  πλευράς του άντρα (chauvinist pig/σοβινιστικό γουρούνι).  (Man and his Symbols)

Ταυτόχρονα, μελετώντας τα συγγράμματα του Γιουνγκ αλλά και άλλων διανοητών, με σχετική ευκολία μπορεί κάποιος να συμπεράνει, πως το συλλογικό και το ατομικό είναι ένα και το αυτό. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση του Οδυσσέα (αλλά και των υπολοίπων από εμάς) οι χαρακτήρες της ιστορίας δεν είναι αποκλειστικά ξεχωριστές, εξωτερικές οντότητες, αλλά αναπόσπαστα κομμάτια του ίδιου του εαυτού και της ίδιας της ψυχής, τα οποία βολικά σχεδόν βρίσκονται εκεί έξω για να μην χρειαστεί να τα αντιμετωπίσουμε εντός τον τειχών του εαυτού μας. Σε συνέχεια λοιπόν της τοποθέτησης του Joyce, όχι μόνο μπορεί να διεξαχθεί Οδύσσεια οπουδήποτε και εντός οποιουδήποτε χρονικού πλαισίου, αλλά δεν χρειάζεται καν περισσότερος από ένας χαρακτήρας για να διεξαχθεί το ταξίδι.  Οι Οδύσσειες μπορούν λοιπόν να διαδραματιστούν από τον καθένα και με οποιαδήποτε διάρκεια και περιεχόμενο. Οι πρωταγωνιστές μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε μορφή και να προβληθούν πάνω στον καμβά ενός ανθρώπου ή μίας κατάστασης εκεί έξω ή να αποτελέσουν κομμάτι του εαυτού μας και των εσωτερικών, ενδοψυχικών,  διλημμάτων και διενέξεών μας.   

Ας κάνουμε όμως μια σύντομη αναδρομή στις περιπέτειες του Οδυσσέα, που αποτελούν ουσιαστικά το μεσαίο μέρος της ιστορίας (στο πρώτο παρακολουθούμε τον Τηλέμαχο να ψάχνει τον πατέρα του και στο τρίτο την σφαγή των μνηστήρων).

Φεύγοντας από την Τροία ο Οδυσσέας σταμάτησε στη χώρα των Κικόνων, για να κλέψει και να λεηλατήσει. Οι Κίκονες, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι με τους Τρώες, δικαιολογημένα επιτέθηκαν στους άντρες του, σκοτώνοντάς τους και παίρνοντάς τους  τα εφόδια. Στη χώρα των Λωτοφάγων, ο Οδυσσέας αποφάσισε πως έπρεπε να δοκιμάσουν τους λωτούς, το φρούτο που σε κάνει να ξεχνάς και έτσι κατέληξε να προσπαθεί να συμμαζέψει τους «αμνησιακούς» άντρες του για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Και ενώ ο Κύκλωπάς Πολύφημος (γιός του Ποσειδώνα) απολάμβανε την ησυχία του και την απομόνωσή του (μία έκφανση η οποία θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως ρατσιστική/εθνικιστική), ο Οδυσσέας και οι άντρες του εισέβαλαν απρόσκλητοι στη σπηλιά του και όταν αυτός τους ζήτησε το λόγο, τον τύφλωσαν. Δικαιολογημένα ο Ποσειδώνας εξοργίστηκε και το ταξίδι των λίγων εβδομάδων, έμελλε να κρατήσει 10 χρόνια.

Σε αυτό το σημείο, με ενδιαφέρον παρατηρούμε πως ακόμα και πριν από την κατάρα του Ποσειδώνα, ο Οδυσσέας είχε καταφέρει να μπλέξει, εκούσια τρεις φορές. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό μάθημα για όσους πιστεύουν πως για όλα ευθύνεται η κακή τους τύχη. Μάλιστα στη συνέχεια ο Οδυσσέας στάθηκε πολύ τυχερός, αφού ο Αίολος του έδωσε όλους τους ανέμους σε ένα σακί, κρατώντας έξω μόνο τον Δυτικό, ο οποίος και θα τον μετέφερε με ασφάλεια στην Ιθάκη. Οι άντρες του, οι οποίοι προφανώς και αποτελούν προέκταση του ιδίου, με απληστία τους απελευθερώνουν, πιστεύοντας πως το σακί περιέχει χρυσό. Λίγο μετά,  οι ανθρωποφάγοι γίγαντες Λαιστρυγόνες, βύθισαν τα δέκα από τα έντεκα καράβια του Οδυσσέα, αφού αυτά ελλιμενίστηκαν στο νησί τους, προφανώς χωρίς να πάρουν καμία άδεια από το τοπικό λιμεναρχείο. Η παρέα αυτή σίγουρα δεν διάβασε ποτέ τις οδηγίες προς ναυτιλλόμενους.

Με την Κίρκη, την οποία ο Οδυσσέας επισκέφτηκε, τα πράγματα πήγαν λίγο πιο καλά. Αφού μετέτρεψε τους άντρες του σε γουρούνια, δέχτηκε, υπό την απειλή του ξίφους,  να τους επαναφέρει στην ανθρώπινη μορφή τους αν ο Οδυσσέας έμενε μαζί της και της έδινε την «αγάπη του». Ο συμβολισμός περί εκπόρνευσης, εκατέρωθεν, με την απουσία πραγματικής αγάπης να αποτελεί κεντρικό σημείο του συμβάντος, είναι αρκετά σαφής. Σαφής είναι και ο συμβολισμός του (νεκρού πλέον) Τειρεσία, τον οποίο ο Οδυσσέας συναντά στον Άδη για να λάβει βοήθεια. Ο γέρος μάντης αποτελεί πατρική φιγούρα αλλά και αντιπροσωπεύει τη σοφία και τις απαντήσεις που ο καθένας μπορεί να κρύβει βαθειά μέσα του.

*Οι Σειρήνες αποτελούν για εμένα το πιο ξεχωριστό και μυστηριώδες κομμάτι του ταξιδίου και διαφέρουν σε αρκετά σημεία από όλους τους άλλους σταθμούς. Πρώτον και κύριο, δεν αποτέλεσαν σταθμό. Το πλοίο του Οδυσσέα, συνεχίζει κανονικά την πορεία του και ενώ οι ναύτες έχουν βουλώσει τα αυτιά τους με κερί για να μην παρασυρθούν από το μαγικό τους τραγούδι, ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι τους εκλιπαρεί να τον απελευθερώσουν. Το γεγονός πως η πορεία συνεχίζεται κανονικά σε συνδυασμό με το ότι ο Οδυσσέας έχει λάβει προληπτικά μέτρα τόσο για τους ναύτες του όσο και για τον εαυτό του, αποτελεί καινοτομία για τον τολμηρό και περίεργο ναυτικό. Το δεύτερο πράγμα που αποτελεί καινοτομία, είναι το πώς η συνάντηση δεν καταλήγει σε οποιασδήποτε μορφής ουσιαστική επαφή η οποία να μπορεί να επιφέρει οποιασδήποτε μορφής συνέπειες.

Ποιες είναι όμως οι Σειρήνες; Κάποιοι λένε πως ήταν οκτώ και κάποιοι πως ήταν μόνο δύο, μία υπέροχη στην όψη και μία ακαταμάχητη στον λόγο. Βάσει της θεωρίας μας, αυτό δεν έχει καμία σημασία και θα μπορούσαν να είναι από δεκάδες χιλιάδες ξεχωριστές οντότητες, μέχρι μία και μοναδική γυναίκα· ή και απλά ένα κομμάτι από την ψυχή του Οδυσσέα, όπως για παράδειγμα οι «δέκα άντρες» του πλοίου,  που με βουλωμένα αυτιά, έδεσαν τον Οδυσσέα και απλά συνέχισαν την πορεία τους. Σε ένα πιο βαθύ ψυχαναλυτικό πλαίσιο, οι δέκα άντρες αποτελούν το «υπερεγώ» (superego), τον εσωτερικό προστατευτικό μηχανισμό ο οποίος υπαγορεύει τα σωστά και τα «πρέπει» και οι σειρήνες το «εκείνο» (id), δηλαδή τα πάθη, τις επιθυμίες και τα σκοτεινά, παρορμητικά μας ένστικτα. Εν ολίγοις και υπό ένα πιο Γιουνγκιανό πρίσμα, η πολωτική διαίρεση αυτή του αρχέτυπου, συμβολίζει την αδυναμία του ανθρώπου να ενσωματώσει και να φιλοξενήσει ταυτόχρονα το άσπρο και το μαύρο. Και σε αυτό το σημείο και ο ίδιος ο Οδυσσέας λυγίζει και αποφασίζει να μην ρισκάρει, στηριζόμενος αποκλειστικά στην πειθαρχεία των αντρών του, σε ένα τέχνασμα αυτοματισμού και στα εθελοντικά δεσμά του, αρνούμενος να βιώσει από κοντά οποιεσδήποτε συνέπειες θα επέφερε η επαφή του με τις σειρήνες. Η απόφαση του να ακούσει το τραγούδι τους, μόνο εν μέρει του δίνει πρόσβαση σε αυτά τα πλάσματα και επί της ουσίας αποδεικνύει πως ο θάνατος και ο έρωτας τον οποίον οι σειρήνες συμβολίζουν (μαζί με την θάλασσα (σύμβολο της ψυχής και της θηλυκής οντότητας/anima)), είναι πιο δυνατοί αντίπαλοι ακόμα και από τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ασαφές παραμένει το αν οι Σειρήνες κατασπάραζαν τους ναυτικούς, τους οδηγούσαν στα βράχια ή αν αυτοί απλά ξεχνούσαν τον προορισμό τους και έμεναν εκεί για πάντα. Ο Οδυσσέας και ο κάθε Οδυσσέας δε θα το μάθει ποτέ αυτό και αυτό είναι η τρίτη ουσιαστική διαφορά που οι Σειρήνες έχουν από όλους τους άλλους χαρακτήρες της Οδύσσειας. Σε συνδυασμό δε με το πόσο λίγο χώρο καταλαμβάνουν στη ιστορία και το πόσο γρήγορο, ασυνείδητο,κυριολεκτικά, είναι το πέρασμα από αυτές, τότε, πιστεύω, είναι ασφαλές να υποθέσουμε πως επί της ουσίας αποτελούν την σκιά της σκιάς, το πιο σκοτεινό, τρομακτικό, απρόσιτο σημείο της ψυχής το οποίο είμαστε καταδικασμένοι να μην μπορούμε να φτάσουμε και να αγγίξουμε ποτέ.

Συγχρονιστικά, ακολουθούν η Σκύλλα και η Χάρυβδη. Το πέρασμα, όπως και πολλά διλλήματα και επιλογές στη ζωή , δεν μπορεί να αποφευχθεί, πρέπει, μοιραία, να υπάρξει θυσία. Επιλέγεται να θυσιαστούν έξι άντρες, φαγωμένοι από τα έξι κεφάλια της Σκύλλας, παρά να βυθίσει ολόκληρο το πλοίο η Χάρυβδη. Υπογραμμίζεται σε αυτό το σημείο πως δεν μπορείς να ξεφεύγεις πάντα, απλά αγοράζεις χρόνο μέχρι να κάνεις την πληρωμή σου. Μπορεί να γλυτώσει από τις Σειρήνες, τα περάσματα όμως που ακολουθούν θα έχουν υποχρεωτικό τίμημα.

Οι λιγοστοί εναπομείναντες άντρες, χάνονται στο νησί του Ήλιου, αφού έσφαξαν και έφαγαν τα βόδια του, στο πλαίσιο της γνωστής πλέον ανυπακοής τους προς τη φύση. Μόνος του, ο Οδυσσέας, προσαράζει στο νησί της Καλυψούς,  όπου και μένει για εφτά χρόνια, ενώ αυτή του υπόσχεται αθανασία. Κάτι σαν τον «Τελευταίο Πειρασμό». Στους Φαίακες, ο Οδυσσέας διηγείται την ιστορία του, αποφεύγει να μπλέξει με την κόρη του Βασιλιά, Ναυσικά (η οποία μοιάζει ούτως ή άλλως ως ιδιαίτερα γήινη και κοινή μετά από την Κίρκη και την Καλυψώ) και οδεύει προς το μακελειό με τους μνηστήρες στην Ιθάκη και ενδεχομένως την Οδύσσεια που θα επακολουθήσει την επανένωση του με την Πηνελόπη· και την οποία ο ποιητής, σοφά επιλέγει να μην μοιραστεί μαζί μας, ελπίζοντας πως ο αναγνώστης έχει πιάσει , επιτέλους, το νόημα.

Βασίλης Αντωνάς
*Πίνακας Herbert James Draper, Ulysses and the Sirens, 1909

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Η Σιωπή


Ανά καιρούς, στον καναπέ του γραφείου μου βρίσκονται ζευγάρια, τα οποία επιθυμούν να δώσουν στη σχέση τους άλλη μία ευκαιρία. Οι προκλήσεις στη θεραπεία ζευγαριών είναι πολλές: να μην ταυτιστείς με κάποιον από τους δύο, να μην λυπηθείς τον έναν περισσότερο από τον άλλον, να μην μπεις στη θέση του διαιτητή και πολλά ακόμα. Η μεγαλύτερη όμως πρόκληση, είναι να μην εμπλακείς με την ιστορία του ζευγαριού, με τον ίδιο τρόπο που και οι ίδιο έχουν εμπλακεί για χρόνια και να μπορέσεις να τους προσφέρεις μία αναπλαισιωμένη, εναλλακτική οπτική.

Οι περισσότερες ιστορίες, ευτυχώς έχουν χαρακτηριστικές επικεφαλίδες και ένας υποψιασμένος ψυχοθεραπευτής με εμπειρία και οξυδέρκεια, θα πρέπει να είναι σε θέση να τις εντοπίζει εντός σχετικά μικρού διαστήματος.  Μία από τις πιο συνηθισμένες, είναι η «Εγώ είμαι συναισθηματικός/η και αυτός/η αναίσθητος/η».  Στις πλείστες περιπτώσεις η επικεφαλίδα αυτή αφορά μία «εκφραστική, ευάλωτη και ευαίσθητη» γυναίκα και έναν «συγκρατημένο, σιωπηλό, απόμακρο» άντρα, παρότι στις μέρες μας και με την εξέλιξη που έχει υπάρξει όσον αφορά στους ρόλους των φύλων, πολλές φορές ισχύει και το αντίθετο.

Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, το ενδιαφέρον μου τραβάει το «φιμωμένο» μέλος του ζευγαριού και δεν είναι λίγες οι φορές που από τη δεύτερη η τρίτη κιόλας συνεδρία, επιλέγω να βλέπω τους συντρόφους και χωριστά, ούτως ώστε να ξεφύγουμε όλοι από τις δυναμικές του συστήματος. Το σιωπηλό μέλος, είναι σχεδόν πάντα το πρώτο που θα δω και οι συζητήσεις συνήθως αποκαλυπτικές και ενίοτε καθαρτικές.

Η αρχέτυπη άποψη π.χ. στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα τελευταία χρόνια, είναι πως οι γυναίκα περνά όλη της την μέρα ανησυχώντας για το μέλλον της σχέσης, συντηρώντας και εκφράζοντας  την επιθυμία για επικοινωνία και συλλογή πληροφοριών (γνωστή και ως «μουρμούρα»)  όχι μόνο ως μέσο γεφύρωσης και συσχέτισης αλλά και ως ελεγκτικού μέσου καθησυχασμού για την ίδια (και κατά προέκταση αυξημένης δυνατότητας είτε να δημιουργήσει είτε να διατηρήσει την οικογένειά της, προβλέποντας, περιορίζοντας και αποφεύγοντας κινδύνους, κάτι το οποίο εντάσσεται εντός των απολύτως, φυσιολογικών, ένστικτων). Από την άλλη πλευρά, ο άντρας παρουσιάζεται ως ένα αρκετά πιο απλό και μονοδιάστατο ον (και κατά κάποιον τρόπο σαφέστατα και είναι, δεδομένου του ότι έχει επωμιστεί έναν αρκετά πιο απλό ρόλο στην αποστολή της διαιώνισης του είδους) και έτσι ενώ η γυναίκα μοιράζεται τις βαθιές της ανησυχίες όσον αφορά στο «που οδεύει η σχέση», αυτός σκέφτεται τον επόμενο ποδοσφαιρικό αγώνα και το αν θα πάρει την πίτσα του με μοτσαρέλα ή χωρίς (γνωστό και ως αδιαφορία η ρηχότητα). Τα στερεότυπα, ποτέ δεν δημιουργούνται τυχαία και όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Τα παραπάνω ισχύουν πολλές φορές· δεν αναιρούν όμως και άλλες διαστάσεις της πραγματικότητας, οι οποίες είναι λιγότερο γραφικές και διασκεδαστικές και περισσότερο επώδυνες, συνήθως για το φερόμενο ως «αναίσθητο» μέρος του ζεύγους.

Η σιωπή επιτελεί πολλούς σκοπούς και στις περιπτώσεις που δεν είναι αποκλειστικά χαρακτηριστικό ιδιοσυγκρασιακής εσωστρέφειας αποτελεί σύμπτωμα· και όπως όλα τα συμπτώματα, είναι σημαντικότερο πρωτίστως να τα κατανοήσουμε και να τα αξιοποιήσουμε παρά να τα καταδικάσουμε ή να τα ανατρέψουμε και να τα ξεφορτωθούμε. Στα συστήματα, οικογενειακά, εταιρικά, κοινωνικά και άλλα, εκλαμβάνεται συνήθως ως ένδειξη δύναμης, σαγηνευτικού μυστήριου και ελέγχου, σε συνάρτηση με άλλες συνθήκες και ιεραρχίες που επικρατούν. Μεταξύ ζευγαριών τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο απλά. Το σιωπηλό μέλος είναι συνήθως αυτό που περιορίζει μέσα του την ένταση, προσπαθεί να συντηρήσει τον μύθο του και ενδεχομένως μια μυστηριώδη και δυναμική περσόνα ή αλυσοδένει την εκάστοτε παθογένεια, δεδομένου του ότι το έτερο μέλος την εκτονώνει απερίφραστα, ανεπιφύλακτα και αδιακρίτως.  Ως εκ τούτου, μαζί με την διατήρηση της σιωπής, ο «αναίσθητος» σύντροφος, αναλαμβάνει, στωικά, αυτό-τιμωρητικά  σχεδόν (ενδεχομένως στο πλαίσιο δικής του ψυχοπαθολογίας και ροπής προς την ματαίωση), έναν προστατευτικό ρόλο, με κύριο σκοπό να αποφευχθεί η διένεξη και να συντηρηθεί το status quo. Παραδόξως και σε αντίθεση με την επικρατούσα ερμηνεία, αυτή η επί της ουσίας αμυντική στάση, είναι πιο συχνά σημάδι αδυναμίας κα φόβου παρά ένδειξη κυριαρχίας και αυτοσυγκράτησης.

Επί της ουσίας, πρόκειται για μία μαζοχιστική, αυτό-στερητική έκφανση (πολλές φορές προϊόν τραυματικής εμπειρίας κατά τη διάρκεια του πρωκτικού σταδίου στα παιδικά χρόνια)  και όσοι έχουν γνώση βασικών αρχών ψυχολογίας, θα έχουν ήδη συνειδητοποιήσει, πως  αυτόματα σχεδόν, αυτή η δυναμική, χάριν της διατήρησης του συστημικού ισοζυγίου,  κινεί το άλλο μέλος προς μία σαδιστική, επί της ουσίας καταδιωκτική στάση όχι πολύ διαφορετική από αυτήν του καρχαρία που μυρίζεται αίμα ή μιας αγέλης άγριων σκύλων που κυνηγούν ένα θήραμα που τρέχει, χωρίς καν να έχουν πρόθεση να το φάνε. Έτσι όμως είναι τα βασικά, φυσικά ένστικτα και οι σαδομαζοχιστικοί χοροί, όπου οι παρτενέρ δεν βρίσκονται τυχαία και ουσιαστικά προσδοκούν με την βοήθεια του άλλου να επουλώσουν τα αναπτυξιακά τους τραύματα. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) είναι αδύνατον να τα αποβάλλουμε, να τα ελέγξουμε ή ακόμα και να τα καταλάβουμε πολλές φορές, χωρίς τη βοήθεια κάποιου τρίτου και σκληρή δουλειά. Κατά βάση, είμαστε μαριονέτες της αλληλοσυμπληρωματικής μας παθολογίας.   

Εύκολα γίνεται λοιπόν αντιληπτό, πως οι «σιωπηλοί» όχι μόνο δεν παρατάσσουν μία κυρίαρχη στάση αλλά επί της ουσίας βιώνουν μια διαρκή και επαναλαμβανόμενη, τραυματική αγωνία και μέσα και έξω από την ψυχική τους διάσταση. Ειρωνικά, σε όλο αυτό, συνήθως προστίθεται και η αντίληψη που αποκτούν οι γύρω, η οποία συνήθως κατατάσσει τον «σιωπηλό» ως τον «αδιάφορο, αναίσθητο θύτη» και τον «εκφραστικό» ως αυτόν που προσπαθεί γενναία και δραστικά να βελτιώσει την σχέση και να εδραιώσει γέφυρες επικοινωνίας. Συνεπώς, η καταδίωξη επεκτείνεται και έξω από το δυαδικό σύστημα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα ντροπής, απόγνωσης,  αγανάκτησης, θυμού και θλίψης με ότι αυτό συνεπάγεται. Ως συνέπεια, πολλές φορές, ο «σιωπηλός» αναγκάζεται να εκτονώσει το εσωτερικό του μπούχτισμα είτε με εξάρσεις οργής, είτε με διάφορες καταστροφικές και αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις είτε ακόμα και παρουσιάζοντας ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως για παράδειγμα στομαχικές διαταραχές, έλκος, μυοσκελετικό άλγος ή και βαρύτερες ακόμα παθήσεις. Ή, ακόμα συχνότερα, με ακόμα μεγαλύτερη απομόνωση και σιωπή, το οποίο φυσικά εντείνει την μανία και την σαδιστική καταδίωξη από τον εκάστοτε διώκτη.  

Τα παραπάνω φυσικά δεν αφαιρούν την ευθύνη από κανέναν ούτε και διασφαλίζουν πως η σιωπή δεν μπορεί να είναι και παθητικά επιθετικό ή χειριστικό όπλο. Ταυτόχρονα, τον ίδιο ρόλο με την σιωπή, μπορεί να παίξει και η υπερβολική «φασαρία», όπου ο ένας από τους δύο συντρόφους δημιουργεί διαρκώς συνθήκες παιχνιδιάρικής και αφελούς έντασης, αποφεύγοντας οποιαδήποτε ουσιαστική συσχέτιση, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ο «σιωπηλός» τα κρατάει όλα μέσα του: τον καθησυχασμό του συντρόφου του και την αποφυγή διενέξεων και επώδυνων διαπραγματεύσεων. Αυτά όμως θα το πραγματευτούμε σε κάποιο μελλοντικό άρθρο. Προς το παρών, μην πιστεύετε όλα όσα βλέπετε. Συνήθως, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.
Βασίλης Αντωνάς