Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Οι Σκιές μιας Χρυσής Αυγής


Τον Μάρτιο του 2012, 9 μήνες πίσω, έγραψα το τελευταίο μου άρθρο, το οποίο και επέλεξα να μην δημοσιεύσω έντυπα.  Για όσους με διαβάζετε από το blog μου, θα το βρείτε λίγα εκατοστά πιο χαμηλά στην οθόνη σας. Για όσους με διαβάζετε κάπου αλλού, η σύνοψη είναι πως έχοντας υπάρξει μάρτυρας της κλιμακούμενης βίας σε δημόσια συναυλία του Γιώργου Νταλάρα, παραλλήλισα τις μελλοντικές εξελίξεις στο Ελληνικό κοινωνικό στερέωμα με αυτές της Γερμανίας από το 1919 και μετά.  (mercurius blogspot, Μάρτιος 2012).

Υπενθυμίζω πως τότε, 2 μήνες πριν τις εκλογές του Μαΐου και 3 μήνες πριν τις εκλογές του Ιουνίου, το σενάριο του να αντιπροσωπεύεται η Χρυσή Αυγή από περίπου 20 βουλευτές στο κοινοβούλιο, ανήκε στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.  Όπως έχω όμως κατ’ επανάληψη γράψει, όποιος μελετά την ιστορία, μπορεί να έχει μία κάποια ιδέα για το μέλλον.

Από τότε, παρατηρώ τις εξελίξεις ακόμα πιο αποσβολωμένος από ποτέ νοιώθοντας πως το να σχολιάζω αρθρογραφώντας τη Μέρα της Μαρμότας  (mercurius blogspot,  Φεβρουάριος 2012) θα με καθιστούσε ακόμα πιο αστείο από τις φιγούρες που παρελαύνουν στη μικρή μας οθόνη, μεταξύ οκτώ και εννιά το βράδυ, καταφέρνοντας να μεταφέρουν καθημερινά ακριβώς τα ίδια μηνύματα με μία φρέσκια και στομφώδη  αίσθηση έκπληξης, απόγνωσης και πανικού. Τώρα τελευταία μάλιστα, νοιώθοντας πως η πρωτοκαθεδρία τους απειλείται από τους Γελωτοποιούς (mercurius blogspot, Δεκέμβριος 2010) που παρελαύνουν τηλεοπτικά με τσαντίρια και αρβύλες  μετά τις εννέα το βράδυ (με μία πιο επιτηδευμένη αίσθηση απόγνωσης αλλά με την ίδια διάθεση στομφώδους καταδίωξης), έχουν βάλει τα δυνατά τους και πολλοί από αυτούς διεκδικούν επάξια όσκαρ ερμηνείας.


Το να επικρίνουμε ο ένας τον άλλον, όπως μόλις έκανα,  είναι στην Ελλάδα μία από τις αγαπημένες μας ενασχολήσεις. Από το πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο μέχρι το τηλεοπτικό και ατομικό, η πόλωση, η εχθρότητα και η διένεξη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας μας. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την κατάρρευση του δικομματισμού και την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, βολικά σηκώσαμε και δείξαμε με το δάχτυλο την Τρόικα, τους τραπεζίτες, τη Γερμανία και διάφορους άλλους εξωτερικούς «εχθρούς».  

 Δυστυχώς όμως, αργά αλλά σταθερά γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να πείσουμε τον εαυτό μας πως υπεύθυνοι για όλα μας τα δεινά, είναι όλοι πλην ημών. Έτσι με ελάχιστες εξαιρέσεις (οι οποίες με υστερόβουλο πεισματικό και επωφελή λαϊκισμό εξακολουθούν να σηκώνουν το  δάχτυλο της κατηγορίας δείχνοντας μόνο προς τα έξω) οι υπόλοιποι είχαμε ξεμείνει από….αποδιοπομπαίους τράγους (mercurius blogspot, Οκτώβριος 2011).  Σε συνδυασμό λοιπόν με το ότι «κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει» (και για αυτό οι υπόλοιποι με υστερόβουλη συνενοχή σταμάτησαν την αλληλοκατηγορία), για μία μικρή περίοδο μείναμε όλοι σαστισμένοι χωρίς να ξέρουμε ποιόν και που να δείξουμε και αυτό δημιούργησε ένα τρομακτικό μούδιασμα, το οποίο η ομοιοστατική μας ροπή έπρεπε να αντιμετωπίσει.   

Για τη Χρυσή Αυγή και τον κύριο Μιχαλολιάκο γνωρίζω ελάχιστα. Η αλήθεια είναι πως κάθε φορά που τον πετυχαίνω σε κάποια εκπομπή, είτε με τον κύριο Μπογδάνο πρόσφατα είτε με τον κύριο Κουρή προχθές, αλλάζω κανάλι γιατί η ένταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια αυτής της τρελής καταδίωξης, είναι περισσότερη από όση μπορώ να αντέξω μετά από μία μέρα απαιτητικής εργασίας.

Το ίδιο ισχύει και για διάφορες άλλες τηλεοπτικές εκπομπές, όπου υπουργοί, βουλευτές και πολιτικάντηδες που συνέδραμαν τα μέγιστα για να φτάσουμε ως εδώ και που για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα έδειχναν μία διάθεση μεταμέλειας και ανάληψης ευθυνών, πετάγονται πλέον σαν άξιοι ρήτορες, κουνώντας καταφατικά, με απεγνωσμένη κατανόηση και συναίνεση το κεφάλι, όταν κάποιος από τους πολιτικούς τους αντίπαλους κατηγορεί τη Χρυσή Αυγή. Κάτι σαν στημένο ημίχρονο στην αρένα, όπου ανακουφισμένοι οι μονομάχοι σταματούν να καταδιώκουν ο ένας τον άλλον για να σφάξουν τα λιοντάρια στα πλαίσια ευλαβικής και άνευ πάσης αμφιβολίας και αμφισβήτησης δικαιωμένης σταυροφορίας.

 Ως εκ τούτου, πιστεύω πως στους πολιτικούς της Χρυσής Αυγής,  χρωστάμε ένα μεγάλο ευχαριστώ, διότι μας επέτρεψαν να συνεχίσουμε να σηκώνουμε το δάχτυλο προς τα έξω, στο πλαίσιο μιας σαδιστικής, καταδιωκτικής συσπείρωσης  βουτηγμένης σε μία διαστροφική ηδονή,  που μόνο το κυνήγι του αποδιοπομπαίου τράγου μπορεί να προσδώσει.  Όταν η χρησιμότητά τους αυτή θα φτάσει στο τέλος και βολικά βρεθεί κάποιος άλλος να κουβαλήσει τη σκιά μας και τη δική μας σκοτεινή πλευρά, τότε τα ποσοστά τους θα επιστρέψουν στα προ της κρίσεως επίπεδα.

Η διάρκεια φυσικά και οι συνέπειες αυτής της διαδικασίας είναι άγνωστες, ίσως όμως αξίζει να αναλογιστούμε πως μερικές φορές οι άνθρωποι και τα έθνη παίρνουμε συγχρονιστικά όχι μόνο αυτό που μας αξίζει αλλά και αυτό που χρειαζόμαστε. Μέχρι να καταλάβουμε πως σκοτάδια και  σκιές είναι και δικά μας,  εσωτερικά και συλλογικά και όχι κάτι «εκεί έξω» από εμάς που έχει να κάνει με «αυτούς».

Ο νοών νοείτω.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Ο Χίτλερ, Ο Καίσαρας και ο Βολταίρος, συναντούν το Γιώργο Νταλάρα στη Δάφνη

Χθες το βράδυ βρέθηκα σε συναυλία του Γιώργου Νταλάρα στη Δάφνη. Μαζί με άλλους αξιόλογους καλλιτέχνες, όπως η Δέσποινα Ολυμπίου και ο Δημήτρης Μπάσης, γυρίζουν τις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, προσφέροντας την ευκαιρία σε κάποιους λιγότερο τυχερούς να ψυχαγωγηθούν με καλή Ελληνική μουσική για 2 ώρες, χωρίς να χρειάζεται να πληρώσουν εισιτήριο.


Με το Γιώργο Νταλάρα, υποψιάζομαι πως οι πολιτικές μας πεποιθήσεις δε συμπίπτουν. Και λέω υποψιάζομαι, δεδομένου του ότι ούτε ιδιαίτερα συνεπής μα ούτε ιδιαίτερα σαφής έχει υπάρξει. Σίγουρα πάντως δεν ασπάζομαι τη δήλωσή του, πως «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του». Ανήκει και στα ψάρια του, αλλά ανήκει και στην Ελλάδα, η οποία αν συνεχίσει να παραχωρεί και να χάνει κυριαρχικά δικαιώματα, θα καταντήσει όπως το Βυζάντιο στα μέσα του 15ου αιώνα.

Αντίθετα, οι μουσικές μας απόψεις συμπίπτουν πέραν πάσης αμφιβολίας. Ο Νταλάρας τραγούδησε Θεοδωράκη, Κουγιουμτζή και Λοΐζο, κράτησε ζωντανό το ρεμπέτικο και τον Τσιτσάνη, ανέδειξε και στήριξε πολλούς νέους και ταλαντούχους καλλιτέχνες (Μαχαιρίτσας, Τσαλιγοπούλου, Ασλανίδου, Πυξ Λαξ), συνεργάστηκε με αναμορφωτές της Ελληνικής μουσικής σκηνής όπως οι αδελφοί Κατσιμίχα και ο Παπακωνσταντίνου αλλά και ιερά τέρατα όπως η Μαρινέλλα. Τέλος είναι ένας εκπληκτικός μουσικός και ενορχηστρωτής και η ζωντανή ιστορία του Ελληνικού τραγουδιού, το οποίο αποτελεί μέρος του πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς μας.

Αυτά όμως ελπίζω να τα παραθέσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες σε μελλοντικό άρθρο. Η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα είναι πως οι λίγες ηλιαχτίδες ποιοτικής μουσικής που φωτίζουν το σκοτεινό και άκομψο μουσικό ουρανό σήμερα, θα ήταν πολύ λιγότερες χωρίς το Γιώργο Νταλάρα. Επίσης αλήθεια είναι πως αν αυτοί που μας κυβερνούν σήμερα είχαν δώσει ότι έχει δώσει ο Νταλάρας και είχαν πάρει ότι έχει πάρει ο Νταλάρας, τα πράγματα θα ήταν σαφώς καλύτερα.

Ξεφύγαμε όμως, οπότε ας επιστρέψουμε στη χθεσινή συναυλία, όπου μπαίνοντας συνάντησα περίπου 2,000 ανθρώπους, στην πλειοψηφία τους άνω των 50 και πιθανότατα συνταξιούχους. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που συνήθως συναντάμε τις πρωινές ώρες, όταν πηγαίνουμε στη δουλειά μας ή σε κάποιο ραντεβού, στημένους υπομονετικά σε κάποια ουρά δημόσιου φορέα• ή σε κάποιο δρόμο φορτωμένους με τα (ολοένα λιγότερα) ψώνια της λαϊκής• ή σε κάποιο λαϊκίστικο κανάλι που θέλει να ανεβάσει την ακροαματικότητά του εκμεταλλευόμενο την αγωνία τους. Μπαίνοντας μέσα, λοιπόν, ένιωσα άσχημα που εγώ και η παρέα μου θα καταλαμβάναμε κάποιες από τις θέσεις που αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουνε για να ξαποστάσουν αναπάντεχα από τη σκληρή, ολοένα σκληρότερη, πραγματικότητά τους.

Καθώς η ώρα περνούσε, παρατήρησα πως σε μία από τις γωνιές του γηπέδου είχαν μαζευτεί περίπου 20-25 νεαροί και νεαρές, ντυμένοι πανομοιότυπα (κουκούλες, μαντήλια, φόρμα, μποτάκια και με σακίδια πλάτης) οι οποίοι έδειχναν να έχουν κακές διαθέσεις• αλλά και προθέσεις, τις οποίες όπως φάνηκε σκόπευαν να υλοποιήσουν οργανωμένα.

Πράγματι, λίγο πριν την έναρξη της συναυλίας και κατά τη διάρκεια του καλωσορίσματος του δημοκρατικά εκλεγμένου δημάρχου της περιοχής, το κλίμα εντάθηκε και με το που ανέβηκε ο Νταλάρας στη σκηνή, άρχισαν να εκτοξεύονται μπουκάλια, νεράντζια και άλλα αντικείμενα προς τη σκηνή. Για τις επόμενες δύο ώρες, η ομάδα των 20-30 ατόμων, τρομοκράτησε μουσικούς τραγουδιστές αλλά και τον στην πλειοψηφία του ηλικιωμένο κόσμο, ο οποίος αγανακτισμένος τους παρότρυνε να αποχωρήσουν ή τουλάχιστον να μην καταπατήσουν το δικαίωμα του Έλληνα πολίτη να κάνει αυτό που επιθυμεί. Καθώς η ώρα περνούσε, η εναλλαγή μεταξύ φόβου και αγανάκτησης γινόταν όλο και πιο συχνά. Ανεβαίνοντας σε καρέκλες, κάνοντας διαρκώς άσεμνες χειρονομίες, δημιουργώντας πανδαιμόνιο με ντουντούκες και σφυρίχτρες, πετυχαίνοντας όλους ανεξαιρέτως τους καλλιτέχνες με αντικείμενα βαριά και επικίνδυνα τα οποία συχνά απείλησαν την σωματική τους ακεραιότητα και αστυνομεύοντας ουσιαστικά το γήπεδο (όποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθεί λίγο πιο έντονα δεχόταν απειλές για ξυλοδαρμό από τραμπούκους που έσπευδαν να βρεθούν απέναντί του, αφού πρώτα τον είχαν εξυβρίσει επιδεικνύοντας απειλητικά τα…γεννητικά τους όργανα και απειλώντας κατά την προσφιλή συνήθεια του νεοέλληνα να τα χρησιμοποιήσουν, σε έξαλλη κατάσταση και ενδεχομένως υπό την επήρεια ουσιών) , κατάφεραν να επιβάλλουν το νόμο της ζούγκλας, της τρομοκρατίας και του φασισμού. Σε κάποια στιγμή ένα άδειο μπουκάλι πετάχτηκε προς την κατεύθυνσή τους, και αμέσως σαν αγέλη λύκων στράφηκαν να διαμελίσουν το άτυχο θύμα, που είχε τολμήσει να κάνει το ένα χιλιοστό από αυτό που είχαν αυτοί κάνει. Ο εκφοβισμός και η τρομοκρατία στο απόγειο τους.

Αποκορύφωμα της φασιστικής προσέγγισης, ήταν η βιντεοσκόπηση από την ομάδα αυτή, θεατών οι οποίοι διασκέδαζαν, με τον χειριστή της κάμερας να κουνά χαρτονομίσματα μπροστά στο φακό. Μία κοπέλα που τόλμησε να διαμαρτυρηθεί για τον εξευτελισμό αυτό, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν θηριώδη, θρασύδειλο τραμπούκο. Σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, οι υπόλοιποι ταραχοποιοί, αφού δημιουργούσαν έκτροπα, έτρεχαν να κρυφτούν στην ασφάλεια της ομάδας τους. Δεδομένου του πως οι μικροσκοπικές γιαγιάδες και οι ηλικιωμένοι σύντροφοί τους, σαφέστατα δεν μπορούσαν να ανταποδώσουν τη βία, εικάζω πως αυτή η αντίδραση αποτελεί αντανακλαστικό αυτών των ανθρώπων, από τις μέρες που με καλυμμένα πρόσωπα καίνε την Αθήνα και την περιουσία του κοσμάκη.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως η μικρή αστυνομική δύναμη που υπήρχε έξω από το γήπεδο σε καμία φάση δε μεταφέρθηκε μέσα. Σε ερώτησή μου, ο επικεφαλής δήλωσε πως «δεν επιτρέπεται». Από περιέργεια επισκέφθηκα αργότερα πηγές πληροφόρησης στο διαδίκτυο, όπου μιλούσαν για παρουσία και προστασία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων και ΜΑΤ. Ο λαϊκισμός, η προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση στο αποκορύφωμά τους. Η αστυνομία ευνουχισμένη, ενοχική, αδιάφορη ή τρομαγμένη, σχεδόν συνένοχη. Αυτό όμως είναι άλλη παράμετρος. Η μήπως όχι;

Καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας, οι μουσικοί παρέμειναν στωικά στις θέσεις τους, αν και εμφανώς τρομαγμένοι, ειδικά όταν ένα μπουκάλι πέτυχε τη Δέσποινα Ολυμπίου στο πρόσωπο καταβρέχοντάς την και ενδεχομένως τραυματίζοντας την (και μάλιστα εν μέσω τραγουδιού, το οποίο προς τιμήν της δε διέκοψε) ή όταν ο Γιώργος Νταλάρας παραμέρισε τελευταία στιγμή αποφεύγοντας γυάλινο μπουκάλι, το οποίο εν συνεχεία κυριολεκτικά καρφώθηκε μέσα στην κιθάρα του που βρισκόταν ακριβώς πίσω του. Το ίδιο ακριβώς έκανε και ο κόσμος, ο οποίος όρθιος χειροκροτούσε και παρότρυνε τη συνέχεια της συναυλίας, παρόλο που αμφιβάλλω αν μπορούσε να ευχαριστηθεί τις δημιουργίες ιστορικών συνθετών, που μιλούσαν, επίκαιρα και πάλι, για ελευθερία.

…το 1919, δημιουργήθηκε το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, το οποίο ξεκίνησε ως φωνή διαμαρτυρίας κατά του κεφαλαίου και του καπιταλισμού. Αγανακτισμένοι, ηττημένοι και ντροπιασμένοι (μετά την ήττα το πρώτου παγκοσμίου πολέμου) Γερμανοί έσπευσαν να βρουν τη χαμένη τους ταυτότητα. Υπό την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ, το κόμμα μετεξελίχθηκε σε Εθνικό Σοσιαλιστικό (National Socialists-NAZI) και σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, εδραίωσε ένα κλίμα βίας, εξαναγκασμού, οργής, διάκρισης (Εβραίοι) και απόλυτου φασιστικού ελέγχου, με πορείες (1923), πυρκαγιές (1933, έκαψαν τη Βουλή), οργανωμένες ομάδες (Νεολαία Χίτλερ, SS) τρομοκρατία, δολοφονίες (νύχτα των μαχαιριών 1934), λογοκρισία και κάψιμο βιβλίων κα τέλος τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.

Ο αναγεννησιακός και διαφωτιστικός Βολταίρος είχε πει: «Διαφωνώ με ό,τι λες, θα υπερασπιστώ όμως μέχρι θανάτου το δικαίωμα σου να το λες». Ελπίζω να μη χρειαστεί να βιώσουμε το θάνατο κανενός, (όπως κάλλιστα θα μπορούσε να είχε συμβεί χθες) για να συνειδητοποιήσουμε τους πραγματικούς κινδύνους και την απειλή στη δημοκρατία που εγκυμονεί η σημερινή κατάσταση και κατεύθυνση της χώρας μας. Άλλωστε στις πολώσεις και στους εμφύλιους, είμαστε επιρρεπείς και πολλοί το ξέρουν και το έχουν εκμεταλλευτεί αυτό• και διαιρεμένοι, όπως είχε πει και ο Καίσαρας («διαίρει και βασίλευε») κατευθυνόμαστε και ελεγχόμαστε καλύτερα.

Τώρα μπορείς να επιλέξεις να ενδώσεις στον όχλο, στο φόβο, στις σταυροφορίες, στη μαζική υστερία, στη βίαιη διαμαρτυρία, στο λαϊκισμό και στη δημαγωγία• ή να αντισταθείς δημοκρατικά σκεπτόμενος.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Ο Άντι Γουόρχολ και το Χόλυγουντ Συναντούν την Ελλάδα τη Μέρα της Μαρμότας

Καιρό έχουμε να τα πούμε. Από τις 27 Οκτωβρίου, κοντά 4 μήνες, όταν σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τονώσω το ηθικό μου και να στηρίξω ένα κάποιο αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας για τους αναγνώστες μου, έγραψα για τη φιλοπατρία. Η αλήθεια είναι πως από τότε μέχρι σήμερα νοιώθω σαν να μην πέρασε μια μέρα.


Το 1993, ο Μπίλ Μάρει και η Αντι Μακντάουελ, πρωταγωνίστησαν στη «Μέρα της Μαρμότας». Η ταινία παρουσίαζε τον κυνικό πρωταγωνιστή, ο οποίος ξυπνούσε «την επόμενη μέρα» ανακαλύπτοντας πως είναι ακριβώς ίδια με την προηγούμενη, στο ίδιο μέρος με τους γύρω του να επαναλαμβάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα με την ίδια χρονική σειρά. Μετά από «μερικές μέρες» και αφού ο ήρωάς μας έχει ψυχαγωγηθεί με κάποιες συγκυρίες και κάποιους χαρακτήρες, αρχίζει να νοιώθει πως το αστείο παρατράβηξε και ακολουθεί μία σειρά από ενδιαφέρουσες εξελίξεις, οι οποίες όμως δεν σχετίζονται ιδιαίτερα με το άρθρο μας.

Τους τελευταίους μήνες μου συνέβη κάτι παρόμοιο, μόνο που εγώ άργησα να το καταλάβω. Κοιτώντας καθημερινά την ιστοσελίδα εφημερίδας από όπου ενημερώνομαι, είχα την αίσθηση πως αυτά που διάβαζα ήταν πολύ οικεία. Ως συνήθως έγραφε κάτι σχετικά με «δραματικές» διαβουλεύσεις, σύνοδο «κορυφής», «τελική» ευθεία, «κρίσιμες» ώρες και διάφορα άλλα, τα οποία θύμιζαν κλασσική υπέρ-παραγωγή του Χόλυγουντ. Αυτές όπου όλα όσα συμβαίνουν είναι τα «πιο σημαντικά» που έχουν συμβεί ποτέ και οι Αμερικανοί πρωταγωνιστές (συνήθως κάτοικοι του «Ελ Έει») μετά από πολλές, «ανεπανάληπτες» περιπέτειες, αξιοποιούν τη «μία και μοναδική ευκαιρία», να απενεργοποιήσουν τη «μεγαλύτερη» βόμβα που κατασκευάστηκε «ποτέ», μισό δευτερόλεπτο πριν εκραγεί και καταστρέψει «ολοκληρωτικά» τη γη. Για πάντα• κάνοντας πολύ, μα πολύ θόρυβο• και σκοτώνοντας τους πάντες. Εκτός από τις κατσαρίδες.

Κάπου εκεί αποφάσισα να ρίξω μια δεύτερη πιο προσεκτική ματιά στην οθόνη του υπολογιστή μου και συνειδητοποίησα πως επί τουλάχιστον 3 μέρες, έβλεπα το ίδιο ακριβώς διαφημιστικό παράθυρο (banner) για την έντυπη μορφή της εφημερίδας, το οποίο κάλυπτε εξολοκλήρου την οθόνη και το οποίο ως δια μαγείας εξαφανίστηκε αφού πάτησα το Χ στην πάνω δεξιά γωνία, αποκαλύπτοντας...την ειδησιογραφία της ημέρας. Αυτές είναι στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου, όπου νοιώθει αρχικά ηλίθιος και κατόπιν ανακουφισμένος που κανένας, μα κανένας δεν πρόκειται ποτέ να μάθει τι συνέβη. Ακόμα και αν τον βασανίσουν. Για πολλές ώρες. Αναγκάζοντάς τον να δει 4 Αμερικάνικες παραγωγές που ασχολούνται με τη συντέλεια του κόσμου λόγω επίθεσης πάνοπλων, εξελιγμένων και επιθετικών εξωγήινων. Χωρίς διάλειμμα. Ακούγοντας το Λαζόπουλο να τραγουδάει. Με ακουστικά. Στο 10.

Και ενώ βιαστικά κίνησα το ποντίκι προς το δεύτερο Χ στην πάνω δεξιά γωνία ελπίζοντας να προλάβω οποιονδήποτε μπορεί να έμπαινε στο δωμάτιο και να υποψιαζόταν τι είχε μόλις συμβεί, με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα πως η καινούργια σελίδα που έβλεπα, ήταν ουσιαστικά ίδια…με την μπαγιάτικη των 3 ημερών. Με τη μόνη διαφορά να είναι η σειρά των δραματικών «ειδήσεων», οι φωτογραφίες και το πάχος της στήλης σε διάφορους τίτλους. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, απροειδοποίητα στο γραφείο μπήκε συνεργάτιδά μου η οποία αγνοώντας παντελώς τη σαστισμένη και ένοχη έκφρασή μου, εν μέσω τρόμου ψέλλισε πως «η σημερινή διάσκεψη θα κρίνει το μέλλον του τόπου και το δικό μας» και πως «πρέπει να αποσύρει τώρα όλα τα χρήματά της από την τράπεζα, γιατί η Τρόικα είναι εδώ και θα πάρει τελικές αποφάσεις». Ανοίγοντας την τηλεόραση, όπου φιλοξενείτο σε ζωντανή μετάδοση το μπαγιάτικο εξώφυλλο που διάβαζα καθημερινά. Μόνο που οι φωτογραφίες κινούντο και η εκφωνήτρια μου έλεγε την «ιστορία» που τόσες φορές είχα διαβάσει ανοιγοκλείνοντας περίπου 245 φορές το λεπτό τα βλέφαρά της. Με φωνή που μου έλεγε πως καλά θα κάνω να πανικοβληθώ.

Μέσα από μια γρήγορη αναδρομή στα δεδομένα της μνήμης μου, ανακάλεσα πως το ίδιο –ή κάτι παρόμοιο- είχα ακούσει το ίδιο πρωί στο περίπτερο. Και το προηγούμενο βράδυ σε μια παρέα. Και την προηγούμενη εβδομάδα κάπου που ευτυχώς δεν θυμόμουν πια.

Ξαφνικά, και ενώ βίωνα ανακούφιση εν μέρει σε σχέση με την οξυδέρκειά μου και εν μέρει με το ότι δε χρειάστηκε να εξηγήσω τι μόλις είχε συμβεί, κατανόησα -ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω- για πρώτη φορά έναν καλλιτέχνη του οποίου την ύπαρξη μέχρι πρόσφατα θεωρούσα τόσο περιττή όσο και οι ψείρες και τη δημιουργικότητα ισάξια με αυτή του σχεδιαστή εκείνου του τετράγωνου Lada, που είχε κατακλύσει τους Ελληνικούς δρόμους τη δεκαετία του ‘80. (Αλήθεια, γιατί δεν τα παράγουν πια αυτά; Ταιριάζουν πολύ στο κλίμα της εποχής σε πολλά επίπεδα.)

Ο Άντι Γουόρχολ κατά τη διάρκεια της καριέρας του, πήρε αρκετά αρχέτυπα μοτίβα και πρόσωπα και ουσιαστικά υποβίβασε τη σημασία τους, προσδίδοντάς τους έναν τόνο επαναλαμβανόμενης κοινοτυπίας και βιομηχανικής μαζικότητας. Έτσι η «αιώνια» Μαίριλυν έγινε αφίσα, ο «πολύς» Έλβις διπλός και η… ηλεκτρική καρέκλα μοτίβο που επαναλαμβάνεται δεκαπέντε φορές (!) στον ίδιο καμβά κάτω από ένα θολό πορτοκαλί πέπλο το οποίο σχεδόν σε αποτρέπει, μάλλον ουσιαστικά σε προκαλεί να βαρεθείς να ψάξεις 15 φορές το ίδιο ακριβώς πράγμα. Μέχρι που χάνει τη σημασία του. Το οποίο είναι και το ζητούμενο.

Και σε αυτό το σταυροδρόμι, ο Άντι Γουόρχολ , το Χόλυγουντ και η Ελλάδα του σήμερα συναντιούνται τη Μέρα της Μαρμότας, στην πιο αναίμακτη, αθόρυβη και ανιαρή σύγκρουση που μπορεί κανείς να φανταστεί. Σε μία σύγκρουση όπου οτιδήποτε καινούργιο λάμπει, εδώ και καιρό, δια της απουσίας του και εμείς, με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς , οδεύουμε σαν σμπάροι σε ανάδυση καρφωμένοι σε αγκίστρι όλο και πιο κοντά στο τελικό, «αναπαυτικό μούδιασμα».