Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Η Τραγωδία του Αίαντα



*«Τρωικός πόλεμος. Ο Αχιλλέας χάνει τη ζωή του χτυπημένος από το βέλος του Πάρι, στο μοναδικό, τρωτό του σημείο. Την φτέρνα. Τα όπλα του αποτελούν λάφυρο και αναγνώριση αντρείας σε όποιον επιλεγεί από το συμβούλιο να τα κληρονομήσει. Οι Έλληνες, με αμφιβόλου αξιοκρατίας διαδικασίες,  επιλέγουν τον Οδυσσέα. Ο Αίαντας, ο κατά γενική ομολογία γενναιότερος όλων, θίγεται ανεπανόρθωτα. Εξοργισμένος, μέσα στη νύχτα εξαπολύει φονική επίθεση κατά των Ελλήνων ηγετών με κύριους στόχους τους Ατρείδες, Αγαμέμνων και Μενέλαο και τον Πολυμήχανο. Η Θεά Αθηνά, προστάτιδα του Οδυσσέα, παρεμβαίνει και τον παραπλανεί. Το ξίφος του, (δώρο του μισητού ηγέτη των Τρώων, Έκτορα) βρίσκει στόχο στα κοπάδια των ζώων. Όταν συνέρχεται, καταλαμβάνεται από απαράμιλλη ντροπή. Παρόλες τις προσπάθειες των αντρών του και της γυναίκας του Τέκμησσας, να τον μεταπείσουν, παίρνει ο ίδιος τη ζωή του. Οι Ατρείδες αρνούνται να επιτρέψουν την ταφή και διαπληκτίζονται έντονα με τον αδερφό του νεκρού, Τεύκρο. Με παρέμβαση του Οδυσσέα, η ταφή γίνεται τελικά επιτρεπτή».

Παρασκευή βράδυ, εικοσιτέσσερις ώρες πριν να επισκεφτώ την Επίδαυρο για να δω την τραγωδία του Σοφοκλή από κοντά. Μια τραγωδία που από καιρό ήθελα να παρακολουθήσω και για την οποία έχω διαβάσει πολλές και εξαιρετικές αναλύσεις, από κοινωνιολογικές και πολιτικές μέχρι ψυχολογικές και στρατιωτικές. Είναι σαν να την έχω ήδη δει και νοιώθω έτοιμος να αποστάξω τις έννοιες και τα μηνύματα σε πολλαπλά επίπεδα˙ και έτσι παραθέτω σε καλό μου φίλο, ο οποίος λόγω καταγωγής γνωρίζει περισσότερα για τον Σαίξπηρ και τον Μάκβεθ παρά για τον Σοφοκλή και τον Αίαντα, δανεικές, «ανατριχιαστικές» λεπτομέρειες.

Το Ερώτημα: Μα γιατί...

«Μα γιατί δεν έδωσαν τα όπλα στον Αίαντα;»

Πάυση. Τον κοιτώ σαστισμένος. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως κάπου θα το έχει πάρει το μάτι μου κι αυτό ή πως τουλάχιστον θα μπορέσω, ως συνήθως να αυτοσχεδιάσω. Εις μάτην. Τίποτα επαρκώς πειστικό ή τεκμηριωμένο δεν προκύπτει. Η ελεύθερη και απελευθερωμένη ματιά ενός παρατηρητή που έχει το προνόμιο να είναι μέσα και ταυτόχρονα έξω από την Ελληνική τραγωδία (αρχαία και σύγχρονη) έχει χτυπήσει τη δική μου Αχίλλειο. «Δεν έχω ιδέα», ομολογώ. Ελπίζω πως η παράσταση θα με διαφωτίσει.

Σαββατόβραδο, κοντά μεσάνυχτα. Ο Νίκος Κουρής (ως Αίαντας) και η Μαρία Πρωτόπαππα (ως Τέκμησσα) μόλις έχουν ζωντανέψει την τραγωδία με τρόπο συνταρακτικό, έχοντας ικανοποιητική υποστήριξη από τον υπόλοιπο θίασο. Η ερμηνεία τους δεν μου αφήνει περιθώριο, δικαίωμα να μην βρω μία κάποια απάντηση στο ερώτημα. Ανατρέχω πάλι σε αναλύσεις, παλιότερες αλλά και του σκηνοθέτη, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου:  «Το «πολιτικό» υπερισχύει της «ανδρείας»˙ «Δεν υπάρχει χώρος για ήρωες»˙ «Ο Αίαντας είναι προορισμένος για αυτοκαταστροφή». Αυτό το τελευταίο, σαν να πηγαίνει κάπου... «Ο Αίαντας είναι προορισμένος για αυτοκαταστροφή». Αυτό το τελευταίο, σαν να προσπερνάει για λίγο λόγους, γεγονότα και αφορμές, σαν να παραμερίζει τα κοινά και τα «άδικα», σαν να αγνοεί τους «κακούς» Ατρείδες, τον «πονηρό» Οδυσσέα και την συμπαντική εγκύκλιο περί δύναμης και επικεντρώνεται στον Αίαντα και στον Αίαντα μονάχα˙ και μονάχο («ωραία μονάχο» όπως διηγείται ο ίδιος στον μονόλογο που ανοίγει την παράσταση).

 Ερώτημα ΙΙ: Περί Σωτηρίας

Ξαφνικά, το περισκόπιο κατεβαίνει, οι υπόλοιποι χαρακτήρες μετατρέπονται σε εσωτερικές, ενδοψυχικές, αρχετυπικές προεκτάσεις του ήρωα και μπορούμε χωρίς θορύβους, άλλοθι, αποπροσανατολιστικές διηγήσεις και υπό-ιστορίες να εστιάσουμε στον ήρωα. Το ερώτημα αλλάζει, μεταλλάσσεται.

«Πως κατάφερε ο Αίας να μην πάρει τα όπλα»;

Λίγες οργιές πιο βαθιά, παίρνει την τελική του μορφή:

«Πως κατάφερε ο Αίας να σιγουρέψει τον θάνατο του»;

...και σε τελική ανάλυση, «πως αφαίρεσε από τον εαυτό του το δικαίωμα να σωθεί»;

Αίαντας και Κοσμοθεωρία

Πριν μπορέσουμε να πραγματευθούμε αυτό το ερώτημα, είναι σημαντικό να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε την κοσμοθεωρία του Αίαντα. Η κοσμοθεωρία, ή αλλιώς επιστημολογία αποτελείται από τις βαθιές μας πεποιθήσεις, περιοριστικές και μη, όσον αφορά στο «πως γυρίζει η γη». Η ανακάλυψη της συνήθως αποτελεί αντικείμενο εργασίας για μια ζωή (μέσω ψυχανάλυσης, ενδοσκόπησης, κακουχίας και γενικότερου ψυχανεμίσματος). Οι ρίζες της βρίσκονται στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, όπου το κοντινό μας περιβάλλον (κυρίως το οικογενειακό) μας εμποτίζει άμεσα (δηλαδή μέσω προσταγών και επιταγών) ή έμμεσα (δηλαδή δια του παραδείγματος) με τους βασικούς κανόνες ύπαρξης.

Εάν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτούς τους κανόνες για τον εαυτό μας μία φορά, είναι πολλαπλάσια δύσκολο να τους αποκρυπτογραφήσουμε για άλλους. Ειδικά εάν αυτοί δεν βρίσκονται πλέον μαζί μας και εάν οι πληροφορίες που έχουμε για αυτούς είναι αποσπασματικές και μετρούν περίπου τρεις χιλιετίες. Παρόλαυτα και με μεγάλη δόση αυθαιρεσίας, μπορούμε να εικάσουμε πως η κοσμοθεωρία του Αίαντα καθορίστηκε κυρίως από τον πατέρα του, τον βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα, ο οποίος ήταν ένδοξος και πολυνίκης πολεμιστής με εμπλοκή στην Αργοναυτική εκστρατεία και κοντινές σχέσεις με τον Ηρακλή. Σύμφωνα με τον μύθο, κατά τη γέννηση του Αίαντα, ο Ηρακλής τον τύλιξε σε προβιά λιονταριού (ενώ ψηλά πετούσε ένας αετός), καθιστώντας τον άτρωτο παντού, εκτός από τις μασχάλες. Θα ήταν σχετικά ασφαλές λοιπόν, σε αυτό το σημείο και χωρίς να εισχωρήσουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, να υποθέσουμε πως η επιταγή που ο Αίαντας είχε να εξαργυρώσει, ήταν να είναι γενναίος  αλλά ταυτόχρονα και νικηφόρος (και αυτά τα δεσμά περνάει και στον δικό του γιο, λίγο πριν αυτοκτονήσει), δεδομένου του ότι τα περιθώρια να επιλέξει οποιονδήποτε άλλο δρόμο, είχαν πλέον αποκλειστεί. Επιπροσθέτως, έχοντας δεχτεί το «δώρο» του Ηρακλή, θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε, πως οποιαδήποτε έκκληση ή παράκληση για βοήθεια, για συντροφικότητα, στήριξη και συνεργασία θα αποτελούσε προσβολή  και εξευτελισμό. Alea Ecta Est.

Ερώτημα ΙΙΙ: Είναι ο Αίαντας Ήρωας;

Ο Αίαντας λοιπόν, είχε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει ήρωας και κατά κάποιον τρόπο, το κατόρθωσε τουλάχιστον σε τραγικό επίπεδο. Κάπου εδώ όμως, το πράγμα «σκαλώνει», διότι δύο βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων, είναι πως πολεμούν για να σώσουν κάποιον άλλο ή προς χάριν κάποιου απώτερου σκοπού και πως οι περιστάσεις στις οποίες εμπλέκονται καθορίζονται πρωτίστως από τη μοίρα και όχι από τους ιδίους. Αυτές οι δύο συνθήκες, δεν ικανοποιούνται πλήρως στην περίπτωση του Αίαντα. Ο «ήρωας» μας πολεμά πρωτίστως για την ατομική του δόξα και τελειότητα (ή αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς για να αποφύγει την ντροπή, την γελοιοποίηση του να μην πολεμά) και έχει ο ίδιος επιλέξει να βρίσκεται στην Τροία, όχι από πολιτική σκοπιμότητα, ανάγκη  ή αφοσίωση (μια και σαν ατομική ύπαρξη δεν τον απασχολεί η πολιτική αλλά ούτε και η συσχέτιση), αλλά για να εκπληρώσει τον ατομικό του...ψυχαναγκασμό. Και κάπου εδώ εισάγεται μία σκληρή και βάναυση πραγματικότητα: Παρότι ο Αίαντας δρα ηρωικά, επί της ουσίας δεν είναι ήρωας, δεν υπηρετεί κάποιους και δεν εξυπηρετεί κάποιον ανώτερο σκοπό πέρα από τον αυτοσκοπό του πολέμου. Ως εκ τούτου είναι αναλώσιμος, η αυτοθυσία του δεν χρήζει δόξας και ανταμοιβής από τους εκάστοτε κριτές και ισχυρούς και σε απόλυτη αντίθεση με τον Οδυσσέα, είναι, καθιστά ο ίδιος τον εαυτό του, αναλώσιμο. Και αυτή η πραγματικότητα, απαντά για εμένα το πρώτο ερώτημα όσον αφορά στο γιατί οι Έλληνες δεν του έδωσαν τα όπλα.

Δεν διαφωτίζει όμως πλήρως το πως ο ίδιος κατόρθωσε να εκμηδενίσει οποιεσδήποτε ελπίδες είχε να σωθεί.

Η «Αχίλλειος» Μασχάλη του Αίαντα

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την πορεία του Αίαντα προς την αυτοχειρία, είναι σημαντικό να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά τα οποία δεν διέθετε και τα οποία εν τέλει δεν τον έσωσαν. Ας ξεκινήσουμε όμως από κάτι πιο εύκολο, δηλαδή τα στοιχεία τα οποία τον όριζαν. Τα στοιχεία αυτά, ήταν η Αρετή και η Τόλμη, τουλάχιστον όπως ο ίδιος τα ερμήνευε. Ως γνωστόν, η Αρετή και η Τόλμη είναι απαραίτητα για την Ελευθερία˙ και η απόλυτη ελευθερία είναι ο θάνατος (εξού και το «ελευθερία ή θάνατος», τα οποία αποτελούν πόλους του ίδιου αρχέτυπου και ως εκ τούτου τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος).

Η ελευθερία όμως, μπορεί και να συνεπάγεται απομόνωση και ως εκ τούτου ασχεσία. Στην περίπτωση του Αίαντα, δεν έχω σχεδόν καμία αμφιβολία πως αυτά τα δύο πήγαιναν μαζί, όχι μόνο όσον αφορά στις σχέσεις του με τους γύρω του αλλά και όσον αφορά στις σχέσεις του με τον εαυτό του.

Η Μοναξιά της Ασχεσίας

Η αδυναμία να συσχετιστούμε με τον εαυτό μας, αναγκάζει τους γύρω μας, εξισορροπιστικά, ακούσια, να αναλάβουν να διεκπεραιώσουν λειτουργίες για τις οποίες εμείς είμαστε ανίκανοι. Στην τραγωδία του Σοφοκλή, αυτή η διαδικασία σκιαγραφείται επιμελώς μέσω των υπολοίπων χαρακτήρων. Έτσι η γυναίκα του, Τέκμησσα, αναλαμβάνει να εισάγει το θηλυκό (anima) για να εξισορροπήσει το μονοδιάστατο, επιβλητικό αρσενικό (animus) κομμάτι του Αίαντα, εκλιπαρώντας τον να την λυπηθεί και να σκεφτεί το μέλλον της χωρίς αυτόν (στο οποίο ο απόλυτα αρσενικός Αίαντας, αποσαφηνίζει πως η σιωπή είναι στολίδι για την γυναίκα)˙ Ο Αγαμέμνωνας, απερίφραστα παραθέτει την σκληρή, άκομψη και άσχημη υπεροψία, το άδικο και το κακό (shadow), όταν αρνείται την ταφή του νεκρού˙ ο αδερφός του, Τεύκρος αναλαμβάνει να διαπραγματευτεί το θέμα της ταφής, κάτι που ο Αίαντας δεν θα έκανε ποτέ (αξίζει να σημειωθεί πως το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης του Αίαντα με τους υπόλοιπους Έλληνες, όσον αφορά στα όπλα, δεν αποτελεί ποτέ πιθανότητα). Ο Οδυσσέας, το απόλυτο πολικό στοιχείο του Αίαντα, αλλά και ο πιο ολοκληρωμένος, εξατομικευμένος (individuated) Ομηρικός χαρακτήρας, εξισορροπεί την κατάσταση και όχι μόνο κρατάει τα όπλα και την εύνοιά όλων αλλά επιφέρει και την τελική λύση, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη θέση του. Οι άντρες του Αίαντα, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας εκφράζουν πότε την ελπίδα και πότε την θλίψη για τον χαμό του ηγέτη τους. Η μόνη περίπτωση, στην οποία ο Αίαντας παρεκλίνει, μερικώς, από την πορεία του, είναι όταν λίγο πριν αποχωρήσει για την τελική πράξη της ζωής του, απαγγέλει κάλπικο λόγο και προσποιείται πως ασπάζεται την παντοδυναμία των Θεών και την αγάπη για τη ζωή. Αυτό το ψέμα, το δόλιο κόλπο, το οποίο θα μπορούσε να ήταν πράξη του Οδυσσέα, (trickster) δεν αποσκοπεί σε τίποτα περισσότερο από το να ελευθερώσει το πεδίο προς τον Θάνατο˙ και ως εκ τούτου, λίγο έως πολύ, αποτελεί μέρος της γενικότερης, μοναξιάς, απομόνωσης, αυτοκαταστροφικότητας και αρτηριοσκλήρωσης του ήρωά μας. 

Στο Υπόγειο Κελί 

 Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, λοιπόν,  σπεύδουν, μέσω προβλητικής ταύτισης (το φαινόμενο του να νιώθουμε, να βιώνουμε και αποζημιωτικά να εκφράζουμε αυτό που ο άλλος αρνείται να νιώσει να παραδεχτεί και να ορίσει ως δικό του) να ολοκληρώσουν, να συμπληρώσουν αυτόν τον εμβληματικά μονοδιάστατο και ακρωτηριασμένο χαρακτήρα, ο οποίος πέρα από οργή, ναρκισσιστική επί της ουσίας οργή, και έκπληξη που το σενάριο του και η κοσμοθεωρία του δεν υποτάσσονται στο ξίφος του, δεν καταφέρνει να διαθέσει οποιεσδήποτε εναλλακτικές στον εαυτό του. Αυτή είναι η τραγωδία και όχι ο θάνατος. Αυτή ακριβώς η έλλειψη, αυτή η εσωτερικά θεσμοθετημένη απομόνωση, η στατιστικά μη αναστρέψιμη και μη ανατρέψιμη πορεία θανάτου ευθύνεται για την αδυναμία του Αίαντα να αποτρέψει το μοιραίο τέλος ˙ και ταυτόχρονα, παρηγορητικά, με αναστεναγμό εξιλέωσης του προσδίδει μια νότα μοιραίου, χαρίζοντας του ένα μικρό, σκοτεινό, υπόγειο κελί απομόνωσης στο παλάτι των ηρώων.


Βασίλης Αντωνάς

*Aias, Henri Serrur

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Ναρκισσιστικά Τραύματα


Ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των δίχρονων και τρίχρονων παιδιών (εκεί δηλαδή που η ανακάλυψη της αυτονομίας κίνησης και ύπαρξης βρίσκονται στο απόγειο), είναι να απομακρύνονται τρέχοντας από τη μητέρα τους (ή τον πατέρα τους), μερικώς με σκοπό να εξερευνήσουν τον κόσμο και τα όρια της αυτονομίας τους αλλά κυρίως για να δοκιμάσουν τα όρια της ασφάλειας που αυτή τους παρέχει. Δηλαδή να δουν πόσο μακριά θα πάνε μέχρι να αναγκαστεί η μητέρα να τα κυνηγήσει. Για αυτό τον λόγο ακριβώς, γυρνούν κάθε λίγο το βλέμμα προς αυτήν. Η κλιμάκωση αυτής της συμπεριφοράς εκφράζεται και βίαια μερικές φορές, όταν το παιδί σπρώχνει, χτυπάει και γρατζουνάει και πάλι για να αξιολογήσει πόσο ασφαλής είναι στην αγκαλιά της μητέρας του αλλά και στον κόσμο γενικότερα.

 Άλλωστε είναι βαθύ το τραύμα της συνειδητοποίησης πως οι γονείς δεν είναι απλά φυσική προέκτασή μας (περίπου στους έξι μήνες), πως ασχολούνται και με άλλα πράγματα στον κόσμο (λίγο μετά το ένα έτος) και πως τελικά είναι αδύνατον το σύμπαν να είναι επικεντρωμένο αποκλειστικά στο να ικανοποιεί τις ανάγκες μας (κοντά στα δύο έτη). Αυτή η συνειδητοποίηση αφήνει σε όλους μας αρχικά  ένα ναρκισσιστικό τραύμα που κλονίζει την εμπιστοσύνη μας και το οποίο ακολούθως εξελίσσεται σε ναρκισσιστική οργή. Η τοποθέτηση λοιπόν της πιτσιρίκας (ή του πιτσιρικά) είναι πως «εφόσον δεν είμαι και δεν ελέγχω τα πάντα γύρω μου, θα βρω τρόπους για να εκβιάσω φροντίδα και προσοχή και θα κρίνω το πόσο οι άλλοι με αγαπούν από το πόσο στωικά ανέχονται να τους κακοποιώ».

Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τους γονείς. Ενώ στις ηλικίες έως δύο ετών  είναι σημαντικό οι ανάγκες του παιδιού να ικανοποιούνται, στα επόμενα χρόνια, είναι σημαντικό να υπάρξει κάποια οριοθέτηση. Η επίτευξη ισορροπίας είναι δύσκολη. Άλλωστε ποιος θέλει να κακοκαρδίσει ένα πανέμορφο, γλυκό κοριτσάκι ή ένα ζωηρό, σκανδαλιάρικο αγοράκι;  Τα παιδιά, φυσικά, στηρίζοντα ενστικτωδώς σε αυτή την αδυναμία και την εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Όσο περισσότερο ενδίδει ή σιωπά η γονική φιγούρα τόσο περισσότερο σπρώχνουν τα όρια.

Αυτό φυσικά είναι αδύνατον να συνεχιστεί επ’ αόριστον, όχι μόνο επειδή κάποια στιγμή ο γονιός δεν αντέχει άλλο, αλλά κυρίως γιατί το παιδάκι κάπως πρέπει να προετοιμαστεί για την πραγματικότητα. Αλλιώς καταλήγει να είναι ένας κακομαθημένος, εγωπαθής ενήλικας, που αξιολογεί την αγάπη των άλλων βάσει του πόση κακοποίηση μπορούν να αντέξουν, αδιαφορεί για τις ανάγκες τους·  και φυσικά αισθάνεται προδομένος  όταν ο εκάστοτε  φίλος ή σύντροφος εξαντλημένος από τις συνεχείς δοκιμασίες αποφασίσει να εναποθέσει τον ήρωα μας στο «καρότσι» ή στην «κούνια» του, έστω και αν ο ίδιος το έχει ζητήσει ή προκαλέσει. Άλλωστε, η σαδιστική προδιάθεση αυτών των χαρακτήρων, εκτονώνεται όταν οι άλλοι παραμένουν υπομένοντας ή όταν στερούν από τους άλλους την παρουσίας και την αγάπη τους, ανταποδίδοντας επί της ουσίας, αυτό που νιώθουν πως τους συμβαίνει. (Μία μορφή προβλητικής ταύτισης, όπου όλα όσα δεν αντέχουμε στον εαυτό μας, βολικά τα «κρεμάμε» στους άλλους).   

Μερικές φορές είναι εύκολο να τους ξεχωρίσουμε. Είναι οι γοητευτικοί, χαρισματικοί και συνήθως όμορφοι τύποι και τύπισσες που περιφέρονται γύρω μας με μια χαριτωμένη, αγγελική παιδικότητα και κινούνται λες και τα πάντα τους ανήκουν.  Όταν τελικά καταφέρουν, συνήθως μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες να καταστρέψουν ή να απομακρύνουν τους γύρω τους, τότε βιώνουν εγκατάλειψη και προδοσία-ή αποχωρούν οι ίδιοι εν μέσω ναρκισσιστικής οργής με αίσθημα αυτό-δικαίωσης· ενώ επί της ουσίας πρόκειται για την πραγμάτωση αυτό-εκπληρούμενης και αυτό-οδηγούμενης προφητείας.

Βάσει της θεωρίας του Γιουνγκ και του συλλογικού ασυνείδητου, το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε να ισχύει και για μια ολόκληρη, πανέμορφη και γοητευτική μεν, κακομαθημένη και εγωπαθή δε χώρα.

Βασίλης Αντωνάς